
Στη Σύμη, το νησάκι της Δωδεκανήσου με τα εβδομήνταεφτά εξωκκλήσια και μοναστήρια, οι κάτοικοι ευλαβούνται ιδιαίτερα τους Παμμεγίστους Ταξιάρχες.
Υπάρχουν εκεί εννέα μοναστήρια των Ταξιαρχών, όσα δηλαδή και τα τάγματα των Ασωμάτων Αγγέλων. Το πιό φημισμένο μοναστήρι είναι ο Πανορμίτης, αφιερωμένο στον αρχάγγελο Μιχαήλ και χτισμένο στα βυζαντινά χρόνια πάνω στα ερείπια αρχαίου ναού, του Πανορμίου Ποσειδώνα.
Έτσι ο Πανορμίτης πήρε όχι μόνο τη θέση, αλλά και την ιδιότητα του αρχαίου θεού, γιατί από τότε θεωρείται προστάτης των θαλασσινών μας. Γι’ αυτό τα περισσότερα συμιακά καΐκια έχουν τ’ όνομά του.
Αν και τα ιστορικά στοιχεία είναι πενιχρά, είναι όμως πλούσια η συμιακή παράδοση, που αναφέρεται στην ίδρυση της μονής του Πανορμίτη: Την άλλη μέρα η εικόνα χάθηκε. Τη βρήκε όμως η γυναίκα στο Πάνορμο, κάτω από το σχίνο, και τη μετέφερε πάλι στο σπίτι της. Αυτό επαναλήφθηκε και τρίτη φορά, κι έκανε την ευλαβή γυναίκα ν’ απορεί και να λυπάται, γιατί ο Ταξιάρχη δεν ήθελε να μείνει στο σπίτι της.
Την απορία της την έλευσε ο ίδιος ο αρχάγγελος όταν παρουσιάστηκε λαμπροντυμένος κι αστραφτερός στ’ όνειρο της, και της δήλωσε ότι θέλει να μείνει στο Πάνορμο. Τότε εκείνη φανέρωσε στην πόλη το γεγονός, κι έτσι δόθηκε αφορμή και χτίστηκε μια μικρή εκκλησία προς τιμήν του αρχαγγέλου Μιχαήλ. (iera-monopatia.gr) Αργότερα η εκκλησία έγινε μεγαλύτερη καί, τέλος σχηματίστηκε γύρω της μοναστήρι. Σύμφωνα με την παράδοση, η γυναίκα που βρήκε το εικόνισμα του αρχαγγέλου, ήταν το Μαριγιώ του Πρωτενιού, μια ευλαβής Συμιακιά, που είχε στη ζωή της και άλλες επισκέψεις από τον Ταξιάρχη.
Κάποτε ξεκίνησε με τα κορίτσια της γειτονιάς να πάνε στο εξωκλήσι του Πανορμίτη για ν’ ανάψουν τα καντήλια. Η βραδιά ήταν φεγγαρόλουστη και το ξωκκλήσι φάνταζε ασημωμένο στην άκρη του μυχού του λιμανιού.
Πέρασαν μέσα, προσκύνησαν κι άναψαν τα καντήλια. Αφού συγύρισαν, έπεσαν να κοιμηθούν μέσα στην εκκλησία, γιατί το πρωί θα είχαν Λειτουργία.
Σε λίγο όλες κοιμόταν βαθιά. Μόνο το Μαριγιώ δεν είχε ύπνο. Ένας φόβος, μια ανησυχία της έσφιγγε την καρδιά. Επί τέλους κοιμήθηκε, μά σε λίγο ακούει μια βαρειά κι επιβλητική φωνή να βγαίνει από το ιερό:
-Μαριγιώ του Πρωτενιού, πάρε τα κορίτσια και φύγε!
Ξύπνησε τρομαγμένη, άναψε το καντήλι του αρχαγγέλου που είχε σβήσει, και ξανακοιμήθηκε. Σε λίγο όμως ακούει την ίδια φωνή, πιό βαρειά και προστακτική:
-Φύγε, Μαριγιώ. Φύγε σου λέω.
-Πανορμίτη μου, γιατί με διώχνεις; Άσε με να πάρω έναν ύπνο! Παραπονέθηκε απλοϊκά η γυναίκα, κι έγειρε πάλι να κοιμηθεί.
Τότε ακούει, για Τρίτη φορά τη φωνή, αλλ’ αγριεμένη τώρα και βροντερή τόσο, που έκανε να τρίξει η εικόνα του Πανορμίτη:
-Φύγε σου λέω, Μαριγιώ. Φύγε με τα κορίτσια! Μη θέλεις να με ντροπιάσεις!
Αυτή τη φορά κι εκείνη αγριεύτηκε. Ξύπνησε τα κορίτσια και πήραν γρήγορα τον ανήφορο. Όταν ανέβηκαν αρκετά, γυρίζουν πίσω τους και τι να δούνε!
Στο λιμάνι του Πανορμίτη είχα αράξει δυό τούρκικες φρεγάτες, κι ο τόπος τριγύρω ήταν γεμάτος από κόκκινα φέσια και κάτασπρα σαρίκια… Ο Ταξιάρχης τις είχε γλυτώσει από τα χέρια των Τούρκων.
* * *
Γιά τον Πανορμίτη έχουν να πούν, πως αν του τάξεις κάτι και δεν του το πάς, θα σου το πάρει οπωσδήποτε. Ακόμη, αν του αφαιρέσεις κάτι από το μοναστήρι, δεν θα σ’ αφήσει να φύγεις, αν δεν σου το πάρει πίσω.
Μια συμιακή παράδοση αναφέρει, πως τον περασμένο αιώνα είχε προσεγγίσει στο λιμάνι του Πανορμίτη ένα καράβι με Έλληνα καπετάνιο και τούρκικο πλήρωμα. Όταν ξεκίνησαν να φύγουν, στάθηκε αδύνατο να βγούν απ’ το λιμάνι. Η αιτία ήταν μια χήνα του μοναστηριού, που έκλεψαν οι ναύτες, την έσφαξαν και την έφαγαν. Μόνο αφού έταξαν στον αρχάγγελο ασημένια τη χήνα, μπόρεσε το καράβι σαλπάρει. Σήμερα, μπροστά στο εικονοστάσι του Πανορμίτη, κρέμεται μια ασημένια χήνα, που πιστοποιεί το θαύμα.
Στο μουσείο της μονής υπάχουν ποικίλα τάματα, που μόνη της η θάλασσα έφερε ώς εκεί μέσα σε μπουκάλια, κουτιά η ομοιώματα καραβιών. Από τότε που χτίστηκε το μοναστήρι, οι ευλαβείς χριστιανοί έριχναν στη θάλασσα ό,τι έταζαν στον Ταξιάρχη. Και το τάμα πήγαινε μόνο του κι άραζε στο λιμάνι, αρκεί αυτός που τό’ στελνε να είχε θερμή πίστη.
Συχνά οι ναυτικοί μας, όταν κινδυνεύουν, επικαλούνται τη βοήθεια του Πανορμίτη και ρίχνουν το τάμα τους μ’ ένα μπουκάλι στη θάλασσα. Γιατί έχουν ακούσει, ότι σίγουρα μια μέρα θα φτάσει στον προορισμό του. Τότε καμπάνες της μονής θα σημάνουν χαρμόσυνα, κι ο ηγούμενος με τη συνοδεία του θα κατεβεί στην προκυμαία για να το παραλάβει. Είναι συνήθως λιβάνι, κεριά λίγα χρήματα κι ένα κομμάτι χαρτί με τα ονόματα αυτών που κινδυνεύουν η που είναι άρρωστοι.
Ταπεινά συνήθως είναι τα τάματα του λαού κερί και λάδι. Υπάρχουν όμως και τα ολόχρυσα αφιερώματα μπροστά στο εικόνισμά του, που μαρτυρούν τις πολλές θαυματουργικές ευεργεσίες.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (σελ.237-241) ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2007.





































