
Τα Εγκώμια της Παναγίας στον Θεομητορικό Ναό της Γεθσημανή
Με ιδιαίτερη κατάνυξη τελέστηκε το πρωί της Πέμπτης 27 Αυγούστου 2026 η Ακολουθία των Εγκωμίων της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Θεομητορικό Ναό της Κοιμήσεως στη Γεθσημανή, σύμφωνα με το Πατρώο Ημερολόγιο.
Στις 7:30 το πρωί, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλος, συνοδευόμενος από Αρχιερείς και κληρικούς, αναχώρησε πεζή από το Πατριαρχείο, ακολουθώντας την Οδό του Μαρτυρίου με προορισμό τη Γεθσημανή.
Μετά την επίσημη υποδοχή στον αύλειο χώρο του ναού, η Πατριαρχική Συνοδεία εισήλθε ψάλλοντας το «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας» και άλλα τροπάρια της εορτής, ενώ ακολούθησε προσκύνηση στο Θεομητορικό Μνήμα.
Στη συνέχεια άρχισε η Ακολουθία των Εγκωμίων γύρω από τον στολισμένο Επιτάφιο της Θεοτόκου. Τα Εγκώμια αποδόθηκαν σε τρεις στάσεις, με τον Πατριάρχη Θεόφιλο να θυμιάζει κατά την πρώτη και Αρχιερείς κατά τη δεύτερη και την τρίτη.
Ακολούθησε το εόρτιο κήρυγμα για την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου από τον Γέροντα Αρχιγραμματέα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντίνης κ. Αρίσταρχο.
Μετά την ολοκλήρωση των Εγκωμίων, οι ιερείς μετέφεραν τον Επιτάφιο εντός του ναού και τον τοποθέτησαν στον χώρο της Πλατυτέρας – Ιεροσολυμίτισσας, νότια του Θεομητορικού Μνήματος, ενόψει της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η οποία τιμάται την επομένη, 28 Αυγούστου, σύμφωνα με το Πατρώο Ημερολόγιο.
Μετά την απόλυση, ο Πατριάρχης Θεόφιλος, η συνοδεία του και οι προσκυνητές μετέβησαν στο Ηγουμενείο, όπου ο Ηγούμενος, Μητροπολίτης Ελενουπόλεως κ. Ιωακείμ, παρέθεσε κέρασμα.
Διαβάστε την ομιλία του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντίνης:
Μακαριώτατε Πάτερ και Δέσποτα,
Σεβασμία των Ιεραρχών χορεία,
Εκλαμπρότατε κ. Γενικέ Πρόξενε της Ελλάδος,
Ευλαβείς ιερείς, Ευσεβείς προσκυνηταί,
Εορτή σεβάσμια, πάνσεπτη και χαρμόσυνη εορτάζει σήμερα ανά τα πέρατα του κόσμου η Εκκλησία όλη, ιδία η των Ιεροσολύμων, ως θεματοφύλαξ του σεπτού προσκυνήματος του Θεομητορικού μνήματος της Γεθσημανής. Εορτάζει την εορτή της Παραμονής της Κοιμήσεως της υπερευλογημένης ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας στην κατανυκτική και μεγαλοπρεπή παρούσα τελετή των Εγκωμίων, εκείνης, η οποία κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας είναι η «εγκωμίων επέκεινα, αγνή Θεομήτωρ», (ωδή γ΄κανόνος εορτής Αγίας Άννης, Ιουλίου κε΄).
Συμφώνως προς το ιδιαίτερο Τυπικό της τελετής αυτής, δεήσεις και ικεσίες αναπέμπονται προς «τήν εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα» και «μετά Θεόν αρραγή προστασίαν» υπεραγία Θεοτόκο, και ύμνοι, μακαρισμοί και μεγαλυνάρια ψάλλονται για εκείνη, της οποίας το υπερβάλλον της καθαρότητος και της αγνότητος «υπερέχει πάσαν έννοιαν». Γιά εκείνη, της οποίας η ωραιότης της παρθενίας και το υπέρλαμπρον της αγνείας» κατέπληξαν τόσο πολύ τον αποσταλέντα υπό του Θεού σε εκείνη Αρχάγγελο Γαβριήλ, ώστε να «απορή και να εξίσταται πως να την ονομάση και να ημπορή να αναβοήση μόνο εκείνο το οποίο προσετάγη», «Χαίρε η κεχαριτωμένη», «ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη σύ εν γυναιξί» (Λουκ. 1, 28) και «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σε, διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού», (Λουκ. 1,35). Όταν δε εκείνη απήντησε, «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά Σου» (Λουκ. 1, 38), τότε «σύν τη ασωμάτω φωνή ο ασώματος εσωματώθη», ο άναρχος έλαβε αρχή χρονική, «επελεύσει Πνεύματος Άγίου» προσέλαβε σάρκα, «εμψυχωμένη ψυχή λογική», εδανείσθη σάρκα εκ των αγνών αιμάτων της υπεραγίας Θεοτόκου. Τότε ο Θεός εσαρκώθη, ενηνθρώπησε. Ως ψάλλει η Εκκλησία: «Ο κατ’ ουσίαν αθεώρητος Λόγος και παντουργός ώφθη τοις ανθρώποις άνθρωπος, εξ αγνής Θεομήτορος, τον άνθρωπον ανακαλούμενος προς μετουσίαν της Θεότητος» (Θεοτοκίον ζ΄ ωδής κανόνος Μεσονυκτικού, Κυριακής δ΄ ήχου).
Το υπερφυές τούτο μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Θεού αποτελεί τη βάση, το θεμέλιο και τον ακρογωνιαίο λίθο της πίστεώς μας. Εις τούτο κληθείσα υπό του Θεού και ανταποκριθείσα αυτοπροαιρέτως η αειπάρθενος Μαρία ανεδείχθη συνεργός Αυτού και διά του δανεισμού της σαρκός της κατέστη Θ ε ο τ ο κ ο ς, ως ψάλλει η Εκκλησία, «υπερτέρα πέφυκε πάσης της κτίσεως, τον γάρ κτίστην των όλων σωματικώς ημίν εγέννησε», (Θεοτοκίον Θ΄ωδής Κυριακής βαρέος ήχου). και ως ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ερμηνεύει, «μεμένηκε αύτη Παρθένος και μετά τόκον, ώσπερ ην και πρό τόκου και πρό συλλήψεως, η και διά βίου παντός αειπάρθενος, άχραντος και ακηλίδωτος. Τοιαύτην γάρ έπρεπε είναι την τεκούσαν Θεόν (PG 77, 1152Α.- Αγίου Ιω. Δαμασκηνού, Λόγος εις το Γενέσιον, Έκδ. Αθ. Γιέφτιτς σ. 235.). «Θεός εν ασυγχύτω ενώσει σαρκούμενος, θεουργών το ανθρώπινον». ( Θεοτοκίον Αναστάσιμον του δ΄ήχου). Εις την γαστέρα του ασπίλου σώματος της Θεοτόκου ετελεσιουργήθη η απαρχή της αναπλάσεως, αναγεννήσεως, ανακαινίσεως, αποκαταστάσεως και σωτηρίας της ανθρωπότητος εκ της φθοράς της Προπατορικής πτώσεως διά της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ήτοι της προσλήψεως του ανθρωπίνου φυράματος ημών και η απαρχή αυτή ωλοκληρώθη δι’ όλων των ακολουθησάντων γεγονότων της επί γης ενσάρκου οικονομίας Αυτού, ήτοι κατά σάρκα Γεννήσεως, Βαπτίσεως, Σταυρού και Αναλήψεως. Δι’ όλων τούτων ανεβίβασε ο Κύριος στον ουρανό και εκάθισεν εις τα δεξιά του Πατρός την προσληφθείσαν εκ της Παρθένου ανθρωπίνην φύσιν ημών, δοξάζων και θεουργών ούτως αυτήν.
Της τιμής και δόξης ταύτης, της οποίας ο άνθρωπος Θεία χάριτι ηξιώθη, ήτοι της μετοχής του ανθρώπου εις την «κοινωνίαν της θείας φύσεως», (Πέτρ. Β΄, 2,4), πρώτη μετέχει αξιοχρέως η Θεοτόκος, η αναδειχθείσα συνεργός του Θεού εις το μυστήριον τούτο, η ασπόρως εκ Θείου Πνεύματος συλλαβούσα τον Υιόν του Θεού και Θεόν, η κυοφορήσασα, η κατά σάρκα γενννήσασα, η γαλουχήσασα, η διακονήσασα και ακολουθήσασα Αυτόν έως σταυρού, όταν συμφώνως προς την πρόρρηση Συμεών του Θεοδόχου «ρομφαία διήλθε την ψυχήν αυτής», (Λουκ. 2,35).
Κατά Νικόλαο τον Καβάσιλα, «αύτη πρώτη σύμμορφος εγένετο μετά του θανάτου του Σωτήρος και διά τούτο και της Αναστάσεως πρό πάντων μετέσχε» (Η Θεομήτωρ, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1989, σ. 214). Ανεδείχθη ο τύπος και το υπόδειγμα της εν Χριστώ ζωής, καθ΄ότι κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά «καί μετά την εις ουρανούς άνοδον του εξ αυτής σαρκωθέντος, αύτη απάντων των αποστόλων ην μόνη στηριγμός ομού και παράκλησις και ακουομένη και ορωμένη και συνεργαζομένη παντοίως του Ευαγγελίου το κήρυγμα (PG 151,2 464C΄) και ο θάνατος αυτής ζωηφόρος εις ουράνιον και αθάνατον μετεβίβασε ζωήν (αυτόθι).
Η Ορθόδοξος Εκκλησία, διατηρούσα στην παράδοσή της ό, τι αρχήθεν παρέλαβε, εις μέν την Αγίαν Τριάδα απονέμει λατρεία και δοξολογία, εις δε την Παρθένο ευλάβεια, τιμή, έπαινο και ύμνο. Ο λόγος της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί Μαρίας δεν είναι Μαριολογία αλλά Χριστολογία, τιμή μέν προς την προσωπική της αγιότητα, αλλά εν ταυτώ και ευγνωμοσύνη για τη συνεργία της στο έργο της σωτηρίας μας διά της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Πιστεύει και και κηρύττει η Ορθόδοξος Εκκλησία ότι η αειπάρθενος Μαρία ως απόγονος του Αδάμ εδέχθη τις συνέπειες του Προπατορικού αμαρτήματος, ήτοι τον θάνατο και ενεταφιάσθη, «Γεθσημανή τώ χωρίω, υπό των Θεαρχίω νεύματι συναχθέντων αγίων αποστόλων, ταυτοχρόνως όμως πιστεύει ότι το σώμα αυτής ως Θεοδόχο και αγιασθέν εκ της Ενανθρωπήσεως, δεν αφέθη στη γη να φθαρεί. Κατά τον Άγιο Άνδρέα Αρχιεπίσκοπο Κρήτης τον Ιεροσολυμίτη «ο τόκος διέφυγε την φθοράν και ο τάφος την διαφθοράν ου προσήκατο, των γάρ οσίων ουχ άπτεται», (PG 97, 1081D). Τον θάνατο της Θεοτόκου η Εκκλησία δεν πενθεί, αλλά «εορτάζει» σήμερα κατά Γρήγοριο τον Παλαμά «ως αγίαν Κοίμησιν η μεταβίωσιν» (PG 151, 2 461). A), κατά δε τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, σήμερα, «η μακαρία και πανίερος ψυχή της Θεοτόκου του πανολβίου σώματος αυτής χωρίζεται και το μέν σώμα τη νομίμω ταφή παραδίδοται, ουκ εναπομένει όμως εν τώ θανάτω ουδέ υπό της φθοράς διαλύεται», (Αγίου Ιω. Δαμασκηνού, PG 96 716 ΑΒ), «ής γάρ τικτούσης αλώβητος η παρθενία μεμένηκε, ταύτης μεθισταμένης, αδιάλυτον το σώμα πεφύλακται και προς κρείττονα και θειοτέραν σκηνήν μετατίθεται», ( PG 96, 716B ).
Ευλογούμενοι και ημείς υπό της Θείας Χάριτος να εορτάζομε μία τοιαύτη πάνδημη πανηγυρική εορτή υπό τον Προεξάρχοντα αυτής και Προκαθήμενο της Μητρός των Εκκλησιών Μακαριώτατο Πατέρα ημών και Πατριάρχη Ίεροσολύμων κ. Θεόφιλο και μάλιστα πέριξ του Θεομητορικού μνήματος, εκ του οποίου η Θεοτόκος μετέστη εις τα ουράνια σκηνώματα, άς ευχαριστήσωμε τον εν Τριάδι Θεό ημών και άς υμνήσωμε τη Θεοτόκο και άς συναναφωνήσομε μετά του Ιωάννου του Δαμασκηνού προς εκείνη :
«Χαίροις η προωρισμένη Μήτηρ Θεού, χαίροις η προεκλελεγμένη τη πρό αιώνων βουλή του Θεού», (PG 96, 761A). «Πάσα η κτίσις πανηγυριζέτω την της Θεομήτορος άνοδον» (PG 96, 760D). «Δεύτε πάντες καρδίας πόθω προς τον τάφον κατιούση συγκαταβώμεν» (PG 96 761A). «Δεύτε πάντες νοερώς εκδημούσης συνεκδημήσωμεν». (PG 96 761A). «Αγαλλιάσθω η γη τη καταθέσει του σώματος, αήρ σκιρτάτω τη αναβάσει του Πνεύματος». (PG 96, 760 D). «Ώ ιερόν και θαυμαστόν και σεβάσμιον προσκυνητόν μνήμα» (Εγκώμιον Α’ Εις την Κοίμησιν, (Γιέφτιτς, σ. 138).
…καί άς προσθέσωμε και ικεσία της Μητρός των Εκκλησιών, «πρέσβευε Θεοτόκε στον Υιό και Θεό σου να εμπνέει στους κυβερνήτες της γης εκ του Πνεύματος της ειρήνης Αυτού πνεύμα ειρήνης για το πολύτιμο αγαθό της ζωής και την ευημερία των υπηκόων τους, και «νά λαλή εις τας καρδίας αυτών αγαθά υπέρ της Εκκλησίας των Αγίων Τόπων», υπέρ της προστασίας των χριστιανών της Αγίας Γής, «τού μικρού ποιμνίου, εις το οποίον συνιστά ο Κύριος να μη φοβάται, διότι ο Θεός ηυδόκησε να δώση εις αυτό την βασιλείαν» (Λουκ. 12, 32) και να αναπαύη τις ψυχές των απ’ αιώνων και προσφάτως κεκοιμημένων Αγιοταφιτών Πατέρων, οι οποίοι αγωνίσθηκαν για τη διαφύλαξη των Αγίων Τόπων και δή του σεπτού τούτου Θεομητορικού Μνήματος ως σιωπηλών αλλά αψευδών μαρτύρων, της ενσάρκου παρουσίας του Θεού στη γή. Γένοιτο».
Εν συνεχεία εψάλησαν τα Ευλογητάρια, οι Αίνοι και η Δοξολογία. Τούτων ψαλέντων, ήραν οι Ιερείς τον Επιτάφιον και ανήλθον τας βαθμίδας έως της πύλης του Ναού ένδον.
Ενταύθα ανεπέμφθη δέησις υπέρ των ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών, του γένους ημών, αγαθής καταστάσεως του σύμπαντος κόσμου, παρουσία του Γενικού Προξένου της Ελλάδος εις τα Ιεροσόλυμα κ. Δημητρίου Αγγελοσοπούλου και προσωπικού του Προξενείου, εν συμμετοχή πολλών δεκάδων προσκυνητών εντοπίων και εκ πολλών Ορθοδόξων χωρών, μοναχών και μοναζουσών, ζητούντων την προστασίαν, την ευλογίαν και την πνευματικήν ενίσχυσιν παρά της «εν πρεσβείαις ακοιμήτου Θεοτόκου και προστασίαις αμεταθέτου ελπίδος».















































