
Παρακλητικός Κανών εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών και Θαυματουργό Νικόλαο Αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας
Ο Παρακλητικός Κανών εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών και Θαυματουργό Νικόλαο, Αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας, αποτελεί μια εκ βαθέων δέηση και υμνολογική προσφορά προς τον μεγάλο ιεράρχη και προστάτη των πιστών. Συντεθειμένος από τον Όσιο Γεράσιμο τον Μικραγιαννανίτη, τον χαρισματικό ποιητή και Μεγάλο Υμνογράφο της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, ο Κανών αυτός αποπνέει κατάνυξη, ορθόδοξη θεολογία και βαθιά προσωπική ευλάβεια. Μέσα από τους στίχους του, ο υμνογράφος προβάλλει το έλεος, τα Θαύματα και την αγάπη του Αγίου Νικολάου, καλώντας τον να γίνει πρόμαχος, παραστάτης και παρηγορητής των χριστιανών στις ανάγκες και τις δοκιμασίες τους. Πρόκειται για ένα κείμενο που, με τη λυρικότητα και την πνευματική του δύναμη, συνεχίζει να εμπνέει τους πιστούς και να τους οδηγεί σε θερμή προσευχή και ταπεινή μετάνοια.
† Εορτάζεται στις 6 Δεκεμβρίου
Ευλογήσαντος του ιερέως αρχόμεθα αναγινώσκοντες τον ΡΜΒ΄ (142) Ψαλμόν.
Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου· και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πάς ζών. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου, εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου, εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος· και ηκηδίασεν επ’ εμέ το πνεύμά μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείράς μου η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμά μου· μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού, και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μου το πρωί το έλεός σου, ότι επί σοί ήλπισα· γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου· εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον. Δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι σύ εί ο Θεός μου· το Πνεύμά σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία. Ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με, εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου· και εν τώ ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλός σου ειμι.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στίχος α΄. Εξομολογείσθε τώ Κυρίω, ότι αγαθός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στίχος β΄. Πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με και το ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου εγένετο αύτη και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Και τα παρόντα Τροπάρια·
Ήχος δ΄. Ο υψωθείς εν τώ Σταυρώ.
Ως ορφανών και των πτωχών αντιλήπτωρ και των πλεόντων ασφαλής κυβερνήτης, θαυματουργέ Νικόλαε πατήρ ημών, πάσης ημάς λύτρωσαι της εν βίω ανάγκης, και υγίειαν δώρησαι, και ψυχής ευφροσύνην, τοις προσιούσι πάντοτε πιστώς, Αρχιεράρχα τώ θείω τεμένει σου.
Δόξα. Και νύν.
Θεοτοκίον.
Ου σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι, ει μη γάρ σύ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερῥύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; Τις δε διεφύλαξεν, έως νύν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν Δέσποινα εκ σού, σούς γάρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών.
Ο Ψαλμός Ν´(50)
Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα ελεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου· επί πλείον πλύνόν με από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μού εστι διαπαντός. Σοί μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τώ κρίνεσθαί σε. Ιδού γάρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου. Ιδού γάρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ῥαντιείς με υσσώπω, και καθαρισθήσομαι· πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορῥίψης με από του προσώπου σου και το Πνεύμά σου το Άγιον μη αντανέλης απ’ εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ῥύσαί με εξ αιμάτων, ο Θεός ο Θεός της σωτηρίας μου· αγαλλιάσεται η γλώσσά μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου. Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα άν· ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τώ Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει. Αγάθυνον Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ· τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης αναφοράν και ολοκαυτώματα· τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.
Και ο Κανών ού η ακροστιχίς·
Σκέπη Νικόλαε ημών πέλεις. Γερασίμου.
Ωδή α΄ . Ήχος πλ. δ΄. Υγράν διοδεύσας.
Συνών των Αγγέλων ταις στρατιαίς, σύν αυτοίς εξαίτει, Ιεράρχα θαυματουργέ, ημίν των παθών την θεραπείαν, και των εν βίω κινδύνων την λύτρωσιν.
Κακίας απάσης του δυσμενούς, σκανδάλων ποικίλων, και πικρίας και συμφοράς, ατρώτους διάσωζε λιταίς σου, τους προσιόντας σοι πάτερ Νικόλαε.
Εν πάση ανάγκη σε αρωγόν, και εν τη θαλάσση, συμπλωτήρα και βοηθόν, Νικόλαε πάτερ κεκτημένοι, τη σή πρεσβεία κινδύνων ῥυόμεθα.
Θεοτοκίον.
Πηγή ευσπλαγχνίας της θεϊκής, βλύσον μοι τα ῥείθρα, συμπαθείας και οικτιρμών, κεχαριτωμένη Θεοτόκε, και την διψώσαν ψυχήν μου κατάρδευσον.
Ωδή γ΄. Ουρανίας αψίδος.
Η θερμή σου πρεσβεία, και δαψιλής χάρις σου, τους το όνομά σου φωνούντας, Πάτερ προφθάνουσα, σώζε εκάστοτε, εν τε ξηρά και θαλάσση, άγιε Νικόλαε, τους κινδυνεύοντας.
Νοσημάτων παντοίων και χαλεπών θλίψεων, πάσης αθυμίας και λύπης και περιστάσεως, ημάς διάσωζε τους τώ αγίω Ναώ σου, άγιε Νικόλαε, πίστει προστρέχοντας.
Ιλασμόν ημίν δίδου και των παθών λύτρωσιν, θείων οικτιρμών διαδόσεις πλουσίας άνωθεν, ως συμπαθέστατος, ως αν ησύχιον βίον, πατρική ευνοία σου, Πάτερ διάγωμεν.
Θεοτοκίον.
Καταφύγιον κόσμου και βοηθός πέλουσα, των από ψυχής αφορώντων, προς την πρεσβείαν σου, Κόρη πανάχραντε, εκ των βελών του βελίαρ, ασινείς διάσωζε, ημάς εκάστοτε.
Διάσωσον εκ πάσης βλάβης Νικόλαε ιεράρχα, τους εν πίστει τη σή πρεσβεία προστρέχοντας, ως εκ Θεού δεδεγμένος πλουσίαν χάριν.
Επίβλεψον, εν ευμενεία πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι, της ψυχής μου το άλγος.
Αίτησις και το Κάθισμα.
Ήχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Προστάτης θερμός και αντιλήπτωρ μέγιστος, και πρέσβυς ταχύς προς τον Θεόν Νικόλαε, εδείχθης τοις προστρέχουσι, τη θερμή αντιλήψει σου πάντοτε· διά τούτο βοώμέν σοι αεί Χριστόν ημίν δίδου Πάτερ ίλεων.
Ωδή δ΄. Εισακήκοα Κύριε.
Ο Ναός σου ο Άγιος, χάριν αναβλύζει αεί και έλεος, ιερώτατε Νικόλαε, και χαράν παρέχει ταις ψυχαίς ημών.
Λυπουμένοις παράκλησιν και τοις θλιβομένοις την απολύτρωσιν, και τοις πάσχουσι την ίασιν, δίδου τη σή χάριτι Νικόλαε.
Από πάσης στενώσεως και πολυειδών εν βίω κακώσεων, ανωτέρους διαφύλαττε, Πάτερ τους προστρέχοντας τη σκέπη σου.

Θεοτοκίον.
Εκ νηδύος σου έλαμψε της δικαιοσύνης άδυτος ήλιος, ού ταις αίγλαις καταλάμπρυνον, Κεχαριτωμένη τας ψυχάς ημών.
Ωδή ε΄. Φώτισον ημάς.
Ηύγασαν εν Γή, τα πολλά σου Πάτερ θαύματα, και διώκουσι τον ζόφον των παθών, και δαιμόνων την σκοτόμαιναν ελαύνουσιν.
Μέγας βοηθός, τοις εν κόσμω κινδυνεύουσιν, αναδέδειξαι Νικόλαε σοφέ, και παρέχεις βοηθείας χείρα άπασι.
Ως της προς ημάς προστασίας σου Νικόλαε! Πάση ώρα και στιγμή γάρ βοηθείς, τοις φωνούσί σου το όνομα το Άγιον.
Θεοτοκίον.
Νάμα ζωτικόν της πλουσίας σου χρηστότητος, τη διψώση μου ανάβλυσον ψυχή, Θεοτόκε η γλυκεία προστασία μου.
Ωδή στ΄. Την δέησιν.
Προστάτην σε εν τώ βίω έχοντες, και ταχύν εν περιστάσεσιν ῥύστην, θαυματουργέ ιερώτατε Πάτερ, πάσης ανάγκης ταχέως λυτρούμεθα· διό κηρύττομεν την σήν, προς ημάς θερμοτάτην αντίληψιν.
Εκ σάλου βιοτικών συμπωμάτων και δεινών τρικυμιών νοουμένων, προς τους λιμένας γαλήνης της θείας, ως συμπαθής Ιεράρχα κυβέρνησον, Νικόλαε θαυματουργέ, τους την σήν εκζητούντας βοήθειαν.
Λαμπρά σου, η προστασία τυγχάνει, και σωτήριος ημίν και οξεία, διό αεί τώ αγίω Ναώ σου, μετ’ ευλαβείας προστρέχοντες Άγιε, πληρούμεθα της παρά σού, ευφροσύνης και θείας χρηστότητος.
Θεοτοκίον.
Ελέους τον χορηγόν τετοκυία, ελεούντα των ανθρώπων την φύσιν, τον ελεήμονα Λόγον Παρθένε, την κακωθείσαν ψυχήν μου ελέησον, και δίδου ταύτη αληθούς, μετανοίας καθάρσια δάκρυα.
Διάσωσον εκ πάσης βλάβης Νικόλαε ιεράρχα, τους εν πίστει τη σή πρεσβεία προστρέχοντας, ως εκ Θεού δεδεγμένος πλουσίαν χάριν.
Άχραντε, η διά λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως, επ’ εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρῥησίαν.
Αίτησις και το Κοντάκιον.
Ήχος β΄. Τοις των αιμάτων σου.
Ως αντιλήπτωρ ημών συμπαθέστατος και προς Θεόν πρεσβευτής ετοιμότατος, μη παύση παρέχων εκάστοτε, την σήν βοήθειαν Πάτερ τοις χρήζουσιν, Νικόλαε Μύρων ο πρόεδρος.

Προκείμενον.
Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του Οσίου αυτού.
Στίχος. Οι ιερείς σου Κύριε ενδύσονται δικαιοσύνην, και οι Όσιοί σου αγαλλιάσει αγαλλιάσονται.
Ευαγγέλιον.
Εκ του κατά Ιωάννην.
(Κεφ. ι’, 9-16).
Είπεν ο Κύριος· Εγώ ειμι η θύρα· δι᾿ εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται· και εισελεύσεται, και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει. Ο κλέπτης ουκ έρχεται, ειμή ίνα κλέψη, και θύση, και απολέση· εγώ ήλθον, ίνα ζωήν έχωσι, και περισσόν έχωσιν. Εγώ ειμι ο ποιμήν ο καλός· ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων. Ο μισθωτός δέ, και ουκ ών ποιμήν, ού ουκ εισί τα πρόβατα ίδια, θεωρεί τον λύκον ερχόμενον, και αφίησι τα πρόβατα και φεύγει· και ο λύκος αρπάζει αυτά, και σκορπίζει τα πρόβατα. Ο δε μισθωτός φεύγει, ότι μισθωτός εστι, και ου μέλει αυτώ περί των προβάτων. Εγώ ειμι ο ποιμήν ο καλός, και γινώσκω τα εμά, και γινώσκομαι υπό των εμών. Καθώς γινώσκει με ο Πατήρ, καγώ γινώσκω τον Πατέρα· και την ψυχήν μου τίθημι υπέρ των προβάτων. Και άλλα πρόβατα έχω, ά ουκ έστιν εκ της αυλής ταύτης· κακείνά με δεί αγαγείν· και της φωνής μου ακούσουσι· και γενήσεται μία ποίμνη, είς ποιμήν.
Δόξα.
Ταις του Ιεράρχου πρεσβείαις Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.
Και νύν.
Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.
Στίχος. Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου.
Προσόμοιον.
Ήχος πλ. β΄. Όλην αποθέμενοι.
Όλος ενθεώτατος και οικτιρμών θείων πλήρης, πανταχού Νικόλαε, σπεύδεις εις βοήθειαν τοις καλούσί σε, και εν γη Άγιε, και εν τη θαλάσση, διασώζεις κινδυνεύοντας, εντεύθεν άπαντες τη σή συμπαθεία προστρέχοντες, δυσχερειών λυτρούμεθα, και πειρατηρίων και θλίψεων, και αμαρτημάτων, ταις σαίς ικετηρίαις προς Θεόν· διό υμνούμέν σε άπαντες, Πάτερ ιερώτατε.
Σώσον, ο Θεός τον λαόν σου…
Ωδή ζ΄. Οι εκ της Ιουδαίας.
Εν δειναίς τρικυμίαις συμφορών των εν βίω και περιστάσεων, γαλήνην ημίν δίδου, και ασφαλώς οδήγει, προς λιμένα σωτήριον, των εντολών του Θεού, ημάς θαυματοβρύτα.
Ιατρεύων τους πόνους των ψυχών και σωμάτων ημών Νικόλαε, τη σή προμηθεστάτη, αύλω επισκέψει, μυστικώς επιφάνηθι, τα λυπηρά της ζωής, ημών εξαφανίζων.
Σωτηρίας λιμένα οι του βίου την θάλασσαν διαπλέοντες, τον άγιον Ναόν σου, πλουτούντες Ιεράρχα, εν αυτώ καταφεύγομεν, και των του βίου πικρών, λυτρούμεθα κυμάτων.
Θεοτοκίον.
Γνώρισόν μοι Παρθένε σωτηρίας την τρίβον εν η πορεύσομαι, εν ταύτη ασφαλώς δέ, οδήγει με προς κτήσιν, αρετών τελειότητος, ως αν της άνω ζωής, μετά το τέλος τύχω.
Ωδή η΄. Τον Βασιλέα.
Έχων μεγίστην προς τον Χριστόν παρῥησίαν, ιερώτατε Νικόλαε δυσώπει, άφεσιν πταισμάτων, δούναι τοις σε τιμώσιν.
Ῥείθρα βλυστάνει, αγιασμού σωτηρίας, Θείω Πνεύματι εικών σου η αγία, και καθαγιάζει, ημών τας διανοίας.
Απορουμένοις την ευλογίαν σου δίδου, και τοις κάμνουσι των οδυνών την λύσιν, ταις σαίς προστασίαις, Νικόλαε τρισμάκαρ.
Θεοτοκίον.
Σκέπη μοι έσο, τη σή χρηστότητι Κόρη, εναπείργουσα εχθρού τας επηρείας, εκ της ταπεινής μου, καρδίας Θεοτόκε.
Ωδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Ιλεώ όμματι σου ίδε Ιεράρχα, τους παρεστώτας τη θεία εικόνι σου, και πάσι δίδου τας δόσεις της προστασίας σου.
Μυρέων ποιμενάρχης, πέλων θεοφόρε, την ευωδίαν την θείαν του Πνεύματος, αεί παρέχεις τοις πίστει σοί προσπελάζουσι.
Οι πόθω προσιόντες, τώ σεπτώ Ναώ σου, των αιτημάτων το πέρας λαμβάνουσι, και χαριστήριον αίνόν σοι Πάτερ άδουσι.
Θεοτοκίον.
Υπέραγνε Μαρία, Μήτερ του Υψίστου, από κοπρίας παθών με ανύψωσον, προς αρετών ανυψώσεις βίου σεμνότητι.
Άξιόν εστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν.
Και τα παρόντα Μεγαλυνάρια,
Χαίροις Ιεράρχα θαυματουργέ, πρόεδρε Μυρέων, Εκκλησίας η καλλονή, χαίροις της Τριάδος ο θεοφόρος κήρυξ, Νικόλαε τρισμάκαρ, πιστών ο πρόμαχος.
Πλούτος ουρανίων ών αρετών, λαμπρότητι βίου Ιεράρχα, θαυματουργέ, ενδεέσι νέμεις και πάσχουσι ποικίλως, βοήθειαν ταχείαν, πάτερ Νικόλαε.
Χαίροις των πλωτήρων ο συμπλωτήρ, και ναυτιλλομένων κυβερνήτης ο ασφαλής, και θαλαττευόντων ο ῥύστης εν κινδύνοις, Νικόλαε παμμάκαρ, ημών αντίληψις.
Πάσαν διατρέχων Πάτερ την Γήν, άπασι παρέχεις την σήν χάριν εν πειρασμοίς, και ύπαρ και όναρ φαινόμενος εξαίρεις, κινδύνων τους φωνούντας, την θείαν κλήσίν σου.
Πάντας τους προστρέχοντας ευλαβώς, Νικόλαε πάτερ, τώ Ναώ σου τώ ιερώ, εκ πάσης ανάγκης και άλλης επηρείας, ατρώτους διατήρει, τη αντιλήψει σου.
Άφεσιν πταισμάτων παρά Θεού, πειρασμών την λύσιν και κινδύνων απαλλαγήν, και της ευσπλαγχνίας τους οικτιρμούς της θείας, Νικόλαε εξαίτει, τοις σε γεραίρουσι.
Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι Πάντες μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εις το σωθήναι ημάς.
Το Τρισάγιον
Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς. (Τρίς).
Δόξα Πατρί, και Υιώ, και Αγίω Πνεύματι,
καί νύν, και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς· Κύριε, ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών. Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν· Άγιε, επίσκεψαι και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματός σου.
Κύριε, ελέησον· Κύριε, ελέησον· Κύριε, ελέησον.
Δόξα Πατρί, και Υιώ, και Αγίω Πνεύματι,
καί νύν, και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου· ελθέτω η βασιλεία σου· γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ, και επί της γής. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον· και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών· και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ῥύσαι ημάς από του πονηρού.
Ότι σου εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα του Πατρός και του Υιού καί
τού Αγίου Πνεύματος, νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Και τα Τροπάρια ταύτα. Ήχος πλ. β΄.
Ελέησον ημάς, Κύριε, ελέησον ημάς, πάσης γάρ απολογίας απορούντες, ταύτην σοι την ικεσίαν, ως Δεσπότη, οι αμαρτωλοί προσφέρομεν, ελέησον ημάς.
Δόξα.
Κύριε ελέησον ημάς, επί σοί γάρ πεποίθαμεν. Μη οργισθής ημίν σφόδρα, μηδέ μνησθής των ανομιών ημών. Αλλ’ επίβλεψον και νύν ως εύσπλαχνος και λύτρωσαι ημάς εκ των εχθρών ημών. Σύ γάρ εί Θεός ημών και ημείς λαός σου, πάντες έργα χειρών σου και το όνομά σου επικεκλήμεθα.
Και νύν.
Της ευσπλαγχνίας την πύλην άνοιξον ημίν, ευλογημένη Θεοτόκε, ελπίζοντες εις σε μη αστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά σου των περιστάσεων, σύ γάρ η σωτηρία του γένους των Χριστιανών.
Εκτενής και Απόλυσις, μεθ’ ην ψάλλομεν το εξής·
Ήχος β΄. Ότε εκ του ξύλου.
Πάσης απειλής και συμφοράς και επικειμένης ανάγκης, και νοσημάτων δεινών, και παντοίων θλίψεων επερχομένων ημίν, αβλαβείς διαφύλαττε τη σή προστασία, άγιε Νικόλαε ημάς εκάστοτε, χάριν και υγίειαν παρέχων, και πταισμάτων άφεσιν Πάτερ, τοις θερμώς τη σκέπη σου προστρέχουσι.
Δέσποινα πρόσδεξαι, τας δεήσεις των δούλων σου, και λύτρωσαι ημάς, από πάσης ανάγκης και θλίψεως.
Την πάσαν ελπίδα μου, εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.
Δι’ ευχών των αγίων πατέρων ημών,
Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.
Αμήν.
Δίστιχον·
Νικόλαε δίδού μοι σήν ευλογίαν
Γερασίμω σπεύδοντι τη χάριτι σου.





































