Μνήμη Αγίων Πατέρων και Στερέωση της Ορθόδοξης Πίστης: Ο Πατριάρχης Θεόφιλος στην Κοινότητα Τουράν

127

Α´ Οικουμενική Σύνοδος: Ο Πατριάρχης Θεόφιλος Υπενθυμίζει τη Σημασία της Ορθόδοξης Πίστης

Την Κυριακή 16 Ιουνίου 2024, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος χοροστάτησε της Θείας Λειτουργίας στην Κοινότητα Τουράν, πλησίον της Ναζαρέτ.

Η τελετή έλαβε χώρα εις μνήμην της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Νίκαια το 325 μ.Χ. και αποτέλεσε σημαδιακό γεγονός στην ιστορία της Χριστιανοσύνης.

Στο κήρυγμά του, ο Πατριάρχης Θεόφιλος εστίασε στην θεολογική βαρύτητα της Συνόδου και στην καταδίκη της αρειανικής αίρεσης. Υπογράμμισε επίσης τον ρόλο των Αγίων Πατέρων ως θεματοφυλάκων της Ορθόδοξης πίστης και ως οδηγών προς την σωτηρία.

Πέρα από την θρησκευτική της σημασία, η επίσκεψη του Πατριάρχη Θεόφιλου στην Τουράν ενίσχυσε τους δεσμούς του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων με την Ρωμαιορθόδοξη κοινότητα της περιοχής, η οποία διατηρεί ζωντανή την πίστη και τις παραδόσεις της παρά τις δυσκολίες.

Ακολουθεί αναλυτική περιγραφή της Θείας Λειτουργίας, του κηρύγματος του Πατριάρχη, και των εορταστικών εκδηλώσεων που ακολούθησαν:

Την Κυριακήν, 3ην /16ην Ιουνίου 2024, Κυριακήν των Αγίων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, η Α.Θ.Μ. ο Πατήρ ημών και Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος προεξήρξε θείας Λειτουργίας εις τον Ιερόν Ναόν Αγίου Γεωργίου της Κοινότητος Τουράν, κώμης ευρισκομένης πλησίον της Ναζαρέτ.

Μετά του Μακαριωτάτου συνελειτούργησαν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναζαρετ κ. Κυριακός και ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης κ. Αρίσταρχος και Ιερείς, ών πρώτος ο Γέρων Καμαράσης Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος, οι Ιερείς του Ρωσοφώνου ποιμνίου του Πατριαρχείου, ο Αρχιδιάκονος π. Μάρκος και ο Ιεροδιάκονος π. Ευλόγιος, συμμετεχόντων εν ευλαβεία πολλή Ορθοδόξων πιστών της ενορίας ταύτης, ψαλλούσης χορωδίας υπό την καθοδήγησιν του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Μαδάβων κ. Αριστοβούλου εις διαφόρους γλώσσας.

Εις το Κοινωνικόν της θείας Λειτουργίας ο Μακαριώτατος εκήρυξε τον θείον Λόγον δία του κάτωθι κηρύγματος Αυτού:

“Τών αγίων Πατέρων ο χορός, εκ των της οικουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός, και Υιού, και Πνεύματος αγίου, μίαν ουσίαν εδογμάτισε και φύσιν, και το μυστήριον της θεολογίας, τρανώς παρέδωκε τη Εκκλησία· ούς ευφημούντες εν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες· Ώ θεία παρεμβολή, θεηγόροι οπλίται, παρατάξεως Κυρίου, αστέρες πολύφωτοι, του νοητού στερεώματος, της μυστικής Σιών οι ακαθαίρετοι πύργοι, τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου, τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου, Νικαίας το καύχημα, οικουμένης αγλάϊσμα, εκτενώς πρεσβεύσατε, υπέρ των ψυχών ημών”, αναφωνεί ο υμνωδός της Εκκλησίας.

Αγαπητοί εν Χριστώ Αδελφοί,

ευλαβείς Χριστιανοί,

Η χάρις του Αγίου Πνεύματος συνήγαγε πάντας ημάς σήμερον εν τώ Ιερώ Ναώ τούτω της πόλεως υμών Τουράν, ίνα εορτάσωμεν την εν Νικαία Πρώτην Οικουμενικήν Σύνοδον των τριακοσίων δέκα και οκτώ Θεοφόρων Πατέρων, των θεολογησάντων και αποδειξάντων, ότι αληθώς ο Υιός του Θεού εγένετο τέλειος άνθρωπος και ούτως Αυτόν τέλειον άνθρωπον και τέλειον Θεόν ανεκήρυξε και ανωμολόγησε ομοούσιον και ομότιμον τώ Θεώ Πατρί.

Την εν Νικαία ταύτην Οικουμενικήν Σύνοδον συνεκάλεσεν ο Ρωμαιορθόδοξος αυτοκράτωρ Μέγας Κωνσταντίνος εν έτει 325, ο οποίος όχι μόνον παρευρέθη εκεί, αλλά και τη προτροπή των Αγίων Πατέρων συνεκάθισεν μετ᾽ αυτών. Εν τη Συνόδω ταύτη αφ᾽ ενός μέν κατεδικάσθησαν αι βλασφημίαι του διακόνου Αρείου, του αρνουμένου την θεότητα του Υιού του Θεού και ανακηρύττοντος Αυτόν “κτίσμα” και “εξ ουκ όντων γενέσθαι”· αφ᾽ ετέρου δε ανεθεματίσθη και εκ του Θεανθρωπίνου σώματος της Εκκλησίας απεβλήθη και καθηρέθη.

Σημειωτέον, ότι η αιρετική διδασκαλία και δοξασία του Αρείου απετέλεσε την πηγήν όλων των μετέπειτα αναφυεισών αιρέσεων υπό “ανδρών λαλούντων διεστραμμένα” (Πρβλ. Πράξ. 20,30) και “επαγγελλομένων περί την πίστιν ηστόχησαν”, (Πρβλ. Α´ Τιμ. 6,21). Με άλλα λόγια, αιρετικοί είναι εκείνοι οι οποίοι διαστρέφουν την Αγίαν Γραφήν και την υπό των αγίων μαθητών και αποστόλων του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού παραδοθείσαν ημίν υγιαίνουσαν πίστιν, ως κηρύττει ο θείος Παύλος λέγων: “έσται γάρ καιρός ότε της υγιαινούσης διδασκαλίας ουκ ανέξονται, αλλά κατά τας επιθυμίας τας ιδίας εαυτοίς επισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι την ακοήν, και από μέν της αληθείας την ακοήν αποστρέψουσιν, επί δε τους μύθους εκτραπήσονται”, (Β´ Τιμ. 4, 3-4).

Οι κατέχοντες την υγιαίνουσαν πίστιν είναι οι διάδοχοι των Αποστόλων, τουτέστιν οι υπό των τιμίων αυτών χειρών χειροτονηθέντες και εγκατασταθέντες Επίσκοποι, εις τους οποίους ο μακάριος Παύλος παραγγέλλει λέγων: “προσέχετε ούν εαυτοίς και παντί τώ ποιμνίω, εν ώ υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού, ην περιεποιήσατο διά του ιδίου αίματος”, (Πράξ. 20,28).

Ούτοι είναι οι άγιοι Πνευματοφόροι Πατέρες, οι οποίοι την σώζουσαν ορθήν και υγιαίνουσαν ημών πίστιν περιεχαράκωσαν θεολογήσαντες εν Οικουμενικαίς και Τοπικαίς ιεραίς Συνόδοις.

Τούτου ένεκεν ο θεσπέσιος Παύλος καλεί εαυτόν Πατέρα, διότι εγέννησε εν Πνεύματι Αγίω πολλά τέκνα, ως λέγει απευθυνόμενος προς Κορινθίους: “εάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ᾿ ου πολλούς πατέρας· εν γάρ Χριστώ ᾿Ιησού διά του Ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα”, (Α´ Κορ. 4,15). Ερμηνεύων τον λόγον τούτον του Παύλου, ο πολύς Ωριγένης λέγει: “Πατήρ μέν ο πρώτος σπείρας τον Χριστιανισμόν· παιδαγωγός δε ο μετά τούτο παραλαβών παίδα και άγων αυτόν “. [Και αναλυτικώτερον: Πατέρας είναι εκείνος ο οποίος πρώτος διέδωσε και εκήρυξε την Χριστιανικήν πίστιν, εν ώ παιδαγωγός είναι εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει τον παίδα και επιμελείται της Χριστιανικής αυτού αγωγής (παιδείας)].

Την εν Αγίω Πνεύματι Κοινωνίαν και διαδοχήν μεταξύ των Αγίων Αποστόλων και Πατέρων της Εκκλησίας διατυπώνει εναργέστατα και ο υμνωδός της Εκκλησίας λέγων: “Τών αποστόλων το κήρυγμα, και των Πατέρων τα δόγματα, τη Εκκλησία μίαν την πίστιν εκράτυνεν· η και χιτώνα φορούσα της αληθείας, τον υφαντόν εκ της άνω θεολογίας, ορθοτομεί και δοξάζει, της ευσεβείας το μέγα μυστήριον”.

Όντως η Εκκλησία του Χριστού ορθοτομεί και δοξάζει το μέγα της ευσεβείας μυστήριον, το μυστήριον δηλονότι της ενσαρκώσεως εκ των αγνών αιμάτων της Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας του Υιού και Λόγου του Θεού, Κυρίου δε ημών Ιησού Χριστού, διά των επισκόπων αυτής και θεοφόρων Πατέρων ημών, των ενδεδυμένων την εξ ύψους δύναμιν την δοθείσαν εις τους Αποστόλους μετά την Ανάληψιν του Κυρίου εις τους ουρανούς: “καί ιδού εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του πατρός μου εφ᾿ υμάς· υμείς δε καθίσατε εν τη πόλει ῾Ιερουσαλήμ έως ού ενδύσησθε δύναμιν εξ ύψους”, (Λουκ. 24, 49).

Την εξ ύψους ταύτην δύναμιν, τον φωτισμόν δηλονότι του Αγίου Πνεύματος ενεδύθησαν οι συγκροτήσαντες την εν Νικαία Α´ Οικουμενικήν Σύνοδον χριστοφόροι της Εκκλησίας Πατέρες, οι οποίοι εν ενί στόματι και μια φωνή τον μέν Υιόν και Λόγον του Θεού ανεκήρυξαν Ομοούσιον τώ Πατρί και Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού συνέγραψαν δε το μακάριον και σεπτόν Σύμβολον της Πίστεως.

Το δε Σύμβολον της πίστεως, το οποίον ανεπλήρωσε η δευτέρα εν Κωνσταντινουπόλει Οικουμενική Σύνοδος τώ 381 μ.Χ. αποτελεί την “καλήν παρακαταθήκην” (Β´ Τιμ. 1,14), τον καλόν και πολύτιμον δηλονότι θησαυρόν της ευαγγελικής διδασκαλίας, τον οποίον ενεπιστεύθη ο Χριστός εις τους πνευματοφόρους Πατέρας της Εκκλησίας. Άς ακούσωμεν και τον μέγαν Βασίλειον λέγοντα: “Πίστιν δε ημείς ούτε παρ᾽ άλλων γραφομένην ημίν νεωτέραν παραδεχόμεθα ούτε αυτοί τα της ημετέρας διανοίας γεννήματα παραδιδόναι τολμώμεν, ίνα μη ανθρώπινα ποιήσωμεν τα της ευσεβείας ρήματα, αλλ᾽ άπερ παρά των Αγίων Πατέρων δεδιδάγμεθα, ταύτα τοις ερωτώσιν ημάς διαγγελλόμεθα”.

[Και απλούστερον: Ούτε δε καμμίαν νεωτέραν ομολογίαν πίστεως συνταχθείσα από άλλους παραδεχόμεθα ούτε ημείς οι ίδιοι τολμώμεν να παραδώσωμεν προϊόντα της ιδικής μας διανοίας, διά να μεταβάλωμεν τους λόγους της ευσεβείας εις ανθρωπίνους λόγους. Αλλ᾽ όσα έχομεν διδαχθή από τους Αγίους Πατέρας, αυτά διακηρύσσομεν προς τους ερωτούντας].

Σημαντικόν παράδειγμα της συμβολής των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και των δογμάτων της σωτηριώδους πίστεως αυτής είναι η υπό των ειδωλολατρών και διωκτών του Αγίου Πατρός ημών Πολυκάρπου Επισκόπου Σμύρνης λεχθέν κατά το μαρτύριον αυτού: “Πολύκαρπος ωμολόγησεν αυτόν Χριστιανόν είναι”. Τούτου λεχθέντος υπό του κήρυκος, άπαν το πλήθος εθνών τε και Ιουδαίων των την Σμύρναν κατοικούντων ακατασχέτω θυμώ και μεγάλη φωνή εβόα: “Ούτός εστίν ο της Ασίας διδάσκαλος, ο Πατήρ των Χριστιανών, ο των ημετέρων θεών καθαιρέτης, ο πολλούς διδάσκων μη θύειν μηδέ προσκυνείν”.

Εις το πρόσωπον του Πατρός της Εκκλησίας Αγίου Ιερομάρτυρος Πολυκάρπου Επισκόπου Σμύρνης απεικονίζεται ο προφητικός και Αποστολικός χαρακτήρ των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας εν τώ σωτηριώδει έργω της Εκκλησίας εν τώ κόσμω. Και τούτο διότι οι Άγιοι και Θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας αποτελούν την εγγύησιν της ανοθεύτου και υγιαινούσης πίστεως, τουτέστιν της Ορθοδόξου ημών πίστεως, η οποία προσδιορίζει, η καλλίτερον ειπείν, υποφαίνει τον τρόπον ζωής ημών των Χριστιανών.

Διό και η του Χριστού Εκκλησία τιμά σήμερον τους κήρυκας της πίστεως μετά των θεηγόρων Αποστόλων εις δόξαν και ευχαριστίαν του Θεού αλλά και εις στερέωσιν της Ορθοδόξου ημών πίστεως διά των πρεσβειών της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας. Μετά δε του υμνωδού είπωμεν: “Υπερδεδοξασμένος εί, Χριστέ ο Θεός ημών, ο φωστήρας επί γης τους Πατέρας ημών θεμελιώσας, και δι’ αυτών προς την αληθινήν πίστιν, πάντας ημάς οδηγήσας· πολυεύσπλαγχνε, δόξα σοι”. Αμήν. Έτη πολλά και ειρηνικά”.

Ηκολούθησε δεξίωσις και τράπεζα, την οποίαν παρέθεσε προς τιμήν του Μακαριωτάτου και της Συνοδείας Αυτού η Κοινότης.

Ηκολούθησεν επίσκεψις εις την οικογένειαν της Ρωμαιορθοδόξου κ. Ραγουάν Σάαντ, βοηθούσης εις το έργον του διαδικτύου του Πατριαρχείου.