Αρχική ΨΥΧΩΦΕΛΗ Τι σημαίνει και πως εφαρμόζεται η φράση «Να ‘ναι Ευλογημένο»

Τι σημαίνει και πως εφαρμόζεται η φράση «Να ‘ναι Ευλογημένο»

2512

Να ‘ναι Ευλογημένο

Θα ευχαριστήσω πρώτα τον Πανιερώτατο, τον οποίο είδα σήμερα το πρωί και του έβαλα μετάνοια, και ο οποίος με δέχθηκε πάλι με πολλή αγάπη και με πολλή χαρά πέρα από το ότι έδωσε την άδεια και την ευλογία να έρθω και κάλυψε με την άδεια και την ευλογία του όλες αυτές τις εκδηλώσεις. Ακόμη μια φορά μού είπε ότι μπορώ να έρχομαι και χωρίς άδεια είναι ανοιχτός ο δρόμος. Ευχαριστώ τον Πανιερώτατο με όλη μου την καρδιά για την αγάπη του, για την καλοσύνη του, για όλα. Και γι αυτό και εγώ ευχαρίστως έρχομαι και για όλους εκείνους οι οποίοι ανταποκρίνονται στην πρόσκληση αυτή που κάνει η Μητρόπολη προς όλους σας.

Πρίν αρχίσω, εκ των προτέρων ζητώ συγγνώμη, αν σας κουράσω, αν σας στενοχωρήσω. Αν πώ κανέναν λόγο παραπάνω, τον παίρνω ευχαρίστως πίσω. Αν είμαι μαζί σας και αν και εσείς ήρθατε εδώ και είμαστε μαζί απόψε, για την αγάπη του Χριστού το κάνουμε, στο όνομα του Ιησού Χριστού γίνεται. Πιστεύουμε ότι είναι παρών ο Κύριος, ο οποίος είπε ότι όπου είναι δυό τρείς συνηγμένοι στο όνομά του, είναι εν μέσω αυτών (Ματθ. 18, 20). Εφόσον εμείς στο όνομά του συγκεντρωνόμαστε, και δεν είμαστε μόνο δυό τρείς αλλά τόσοι, ο Κύριος είναι εδώ παρών, το Πνεύμα του το Άγιο είναι παρόν, και όλους μας θα μας φωτίσει το Πνεύμα το Άγιο και να πούμε και να ακούσουμε, να δεχθούμε, να κατανοήσουμε, να ανταποκριθούμε. Όλα τα κάνει ο Θεός, όλα τα κάνει το Πνεύμα του Θεού.

Θα κάνουμε λοιπόν όλοι υπομονή, για να μπορέσουμε πάλι απόψε να κάνουμε όλοι μας το καθήκον μας, και εγώ από τη δική μου πλευρά και εσείς. Στο τέλος ευχαρίστως, όσο θέλετε, να μείνουμε να συζητήσουμε. Το θέμα είναι: «Τι σημαίνει και πως εφαρμόζεται η φράση να ναι ευλογημένο». Να ναι ευλογημένο, λοιπόν!

{Όποιος μάθει να λέει «νά ναι ευλογημένο», λυτρώνεται}

Πιστεύω θα την έχετε ακούσει αυτή τη φράση και πότε-πότε θα τη λέτε. Θα έχετε υπ όψιν σας ότι πιό πολύ η φράση αυτή χρησιμοποιείται από τους μοναχούς, στα μοναστήρια. Δηλαδή κατά κανόνα ένας μοναχός, όταν του λέει ο γέροντας να κάνει κάτι η και ένας άλλος αδελφός, ακόμη και ένας λαϊκός καμιά φορά, λέει πρόθυμα-πρόθυμα «νά ναι ευλογημένο». Πρέπει λίγο να το ξεκαθαρίσουμε. «Να ναι ευλογημένο» σ αυτή την περίπτωση δεν σημαίνει βέβαια, όπως νομίζουν μερικοί: «Να είσαι ευλογημένος που μού λές αυτό». Δηλαδή κατ αυτούς το λέμε, όταν κάποιος μας πει κάτι εποικοδομητικό, κάτι χρήσιμο. Βέβαια, μπορούμε να του πούμε «νά σαι ευλογημένος», αλλά εδώ το «νά ναι ευλογημένο» δεν σημαίνει αυτό το πράγμα, που είναι και αυτό μέσα. Ούτε πάλι σημαίνει πάντοτε ότι αυτό για το οποίο η εξαιτίας του οποίου θα πούμε «νά ναι ευλογημένο» οπωσδήποτε είναι κάτι καλό. Όχι. Μπορεί κανείς, π.χ., κάποια μέρα να πέσει σε μια αμαρτία, να έχει μια πτώση, και φυσικά ζορίζεται, δυσκολεύεται, στενοχωρείται και κάποια στιγμή μπορεί να πει «νά ναι ευλογημένο, Θεέ μου». Το «νά ναι ευλογημένο» δεν σημαίνει «νά ναι ευλογημένο που έπεσα», δεν σημαίνει ότι καλό πράγμα ήταν η πτώση, αλλά «νά ναι ευλογημένο που τώρα καλούμαι να σηκώσω αυτή τη δυσκολία, να ταπεινωθώ, να ζοριστώ, να πιεστώ, να αγωνιστώ, να μετανοήσω». Έχει να κάνει κανείς τόσα πράγματα, και φυσικά σαν να αντιδρά ο άνθρωπος στο να σηκώνει κάθε τόσο έναν κάποιο σταυρό, κάθε τόσο να σηκώνει κάποιον ζυγό. Ναι, πάντοτε αισθάνεται μια δυσκολία, ένα ζόρι, λέει όμως «νά ναι ευλογημένο». Και άμα πείς «νά ναι ευλογημένο» έτσι όπως πρέπει να το πείς, τέλειωσε τέλειωσαν όλα. Από κεί και πέρα η ψυχή είναι τακτοποιημένη και μπορεί να προχωρήσει, να κάνει μια καινούργια αρχή.

Πρίν προχωρήσω, θα αναφέρω κάτι που θυμήθηκα. Έχω έναν ανεψιό. Όταν ήταν μικρούλικος, κάθε φορά που τον έβλεπα, προσπαθούσα να τον βοηθήσω να αποφεύγει, όσο γινόταν, το κακό και να δέχεται το καλό. Και του έλεγα καμιά φορά: «Νά, τώρα, έτσι που έχεις πείσμα, που θυμώνεις, που μιλάς έτσι, είναι ο διάβολος που σε παρακινεί. Να το ξέρεις. Πάτησέ τον». Και έκανε μια κίνηση με το πόδι, σαν να τον πατούσε. Μια φορά μάλιστα αυτό θυμήθηκα τώρα τα μάγουλά του ήταν γεμάτα δάκρυα, που έτρεχαν από τα μάτια του σαν μαργαριτάρια, διότι κάτι συνέβη, αλλά πιό πολύ έκλαιγε από πεισματάκι, όπως κάνουν συνήθως τα παιδιά. Και του λέω: «Πάτα τον διάβολο». Και το παιδί, επειδή είχε εμπιστοσύνη στα λόγια μου και επειδή είχε συνηθίσει λίγο σ αυτό, σήκωσε το πόδι του και πραγματικά πάτησε με δύναμη λέγοντας «νά, ζιάβολε». Δεν μπορούσε κάν να πει «διάβολε» τόσο μικρό ήταν.

Και μού είχε κάνει τρομερή εντύπωση ότι, εκείνο το προσωπάκι που ήταν τόσο επηρεασμένο από το πεισματάκι του, από τη στενοχώρια του και γι αυτό και έκλαιγε, αμέσως φωτίστηκε, αμέσως έλαμψε και πραγματικά και τα δάκρυά του ακόμη ήταν αληθινά μαργαριτάρια. Ναι, μού έκανε τρομερή εντύπωση το πόσο το παιδί αμέσως πέρασε σε άλλη κατάσταση, αμέσως ένιωσε πολύ διαφορετικά, σαν να λυτρώθηκε. Όχι ότι λυτρώθηκε από κάτι εξωτερικό, αλλά από αλυσίδες που είχε μέσα του, από κάποια πράγματα που τον στενοχωρούσαν μέσα του. Λυτρώθηκε στη στιγμή και φωτίστηκε το προσωπάκι του, και από κεί που έκλαιγε άρχισε να γελάει, να γελάει έτσι όμορφα, ωραία. Δεν θα δυσκολευόμουν να πώ ότι εκείνη τη στιγμή ακριβώς επειδή πήρε αυτή τη στάση και ενήργησε έτσι και το έκανε κατά απόλυτο τρόπο, καθώς είχε εμπιστοσύνη στα λόγια που του έλεγα και εκείνη την ώρα και άλλη φορά το είπε και το έκανε. Δηλαδή λέγοντας «νά, ζιάβολε» τον πάτησε πράγματι τον διάβολο. Και πατώντας τον διάβολο, πάτησε και το πεισματάκι του, πάτησε και την όλη αρνητική κατάστασή του. Όλα αυτά τα άφησε κατά μέρος, και έτσι λυτρώθηκε η ψυχή του και ένιωθε πολύ ωραία. Κάπως έτσι γενικά γίνεται με το «νά ναι ευλογημένο».

Έχω την ταπεινή γνώμη ότι, όποιος θα μάθει στη ζωή του να λέει το «νά ναι ευλογημένο» ανά πάσαν στιγμήν, την πιό κρίσιμη ώρα, την πιό δύσκολη ώρα, αυτός ο άνθρωπος κάθε τόσο, ενώ θα παγιδεύεται από τον ίδιο τον εαυτό του, από το κακό που είναι μέσα του, από το κακό που είναι γύρω του, από το κακό που είναι ο διάβολος, τελικά θα λυτρώνεται. Θα λυτρώνεται εντελώς, θα είναι ελεύθερος και θα ζήσει αυτό το πράγμα που λέμε λύτρωση εσωτερική, ελευθερία εσωτερική. Θα ζήσει αυτό το πράγμα που λέμε χαρά πνευματική, εσωτερική, θα ζήσει και θα ζει αυτή την κατάσταση της χάριτος, της λυτρώσεως, την κατάσταση της επισκέψεως του Θεού.

{Προσευχή υπέρ του παλαιού ανθρώπου;}

Θα τολμούσα να πώ ότι, αν συνηθίσεις να λές το «νά ναι ευλογημένο», αυτό είναι ανώτερο από όλα, από όλα, ακόμη και από την προσευχή μη σας φανεί παράξενο. Το να προσευχηθείς δεν είναι, ξέρετε, πολύ δύσκολο. Είναι βέβαια οπωσδήποτε είναι. Δεν χωράει αμφιβολία ότι όποιος μάθει να προσεύχεται, αυτός τα έμαθε όλα. Μπορούμε να πούμε όμως ότι από μια πλευρά δεν είναι και τόσο δύσκολο να προσεύχεται κανείς, δεδομένου ότι καμιά φορά η προσευχή μας είναι υπέρ μην παραξενευτείτε για όσα θα πώ υπέρ αυτού του πράγματος το οποίο είναι μια αντίσταση μέσα στον άνθρωπο και το οποίο πρέπει να φύγει. Ναι, είναι ενδεχόμενο να προσεύχεται κανείς κατά τέτοιον τρόπο, σαν να διατηρεί αυτή την αντίδραση που είναι μέσα του, σαν να τρέφει αυτή την αρνητική κατάσταση.

Έχω πει αρκετές φορές ότι μπορεί να εξομολογείται κανείς χάριν του παλαιού ανθρώπου, μπορεί να κοινωνεί χάριν του παλαιού ανθρώπου, μπορεί, ακόμη, να προσεύχεται χάριν του παλαιού ανθρώπου. Δεν είναι δύσκολο, πέρα από οποιαδήποτε άλλη προσευχή, να λές: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Βέβαια, το όλο ζόρισμα εδώ θα είναι ότι θα δυσκολεύεσαι να το πείς και να το ξαναπείς, και κάνεις μια προσπάθεια. Αλλά όμως δεν στριμώχνεται ο εσωτερικός μας άνθρωπος, όπως στριμώχνεται με το «νά ναι ευλογημένο», με το να πει κανείς «νά ναι ευλογημένο».

Και θα σας φέρω αμέσως ένα πιό χτυπητό παράδειγμα. Άς πούμε, είσαι άρρωστος η έχεις ένα πρόβλημα η έχεις έναν δικό σου άνθρωπο άρρωστο η έχεις ένα πρόβλημα από τον δικό σου άνθρωπο. Σ αυτές τις περιπτώσεις μάλιστα το ίδιο το γεγονός αυτό συντελεί στο να προσεύχεσαι, να προσεύχεσαι θερμά, επίμονα, να προσεύχεσαι με την καρδιά σου. Προσεύχεσαι λοιπόν και θέλεις να γίνεις καλά, προσεύχεσαι και θέλεις να γίνει καλά ο άνθρωπός σου, προσεύχεσαι και θέλεις να λυθεί το πρόβλημά σου, να λυθεί το πρόβλημα του ανθρώπου σου. Καλό είναι αυτό, δεν είναι κακό να το κάνει κανείς. Ίσα-ίσα, να το κάνει με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Όμως, αν προσέξετε, έχει το πράγμα μια ιδιοτέλεια. Τι σημαίνει ιδιοτέλεια; Τελικά, νά, θέλουμε να γίνει αυτό που θέλουμε. Και ξέρετε, όταν κάτι έχει ιδιοτέλεια, εύκολα γίνεται, δεν έχει πολύ ζόρι.

Αν όμως αυτή την κρίσιμη ώρα προσευχηθείς και πείς ό,τι έχεις να πείς στον Θεό για το πρόβλημά σου, για τη δυσκολία που περνάς, αλλά τελικά σφίξεις την καρδιά σου, επιστρατεύσεις τις δυνάμεις σου, σταθείς ενώπιον του Θεού με όλη την αγάπη σου, με όλη την υπακοή σου με όλη τη συναίσθηση ότι εσύ είσαι το πλάσμα του Θεού, από πάνω είναι ο Θεός και πείς: «Όμως, Θεέ μου, να γίνει όπως θέλεις εσύ. Να ναι ευλογημενο», αυτό είναι δύσκολο.

Γνωρίζω πάρα πολλούς, και εδώ και στην Ελλάδα και παντού, όπου κι αν έχω πάει, οι οποίοι κάνουν καυτές, θερμές προσευχές για να λυθούν κάποια προβλήματά τους, όπως είπαμε, αλλά γνωρίζω λίγους, θα έλεγα γιατί είναι πάρα πολύ δύσκολο οι οποίοι έχουν το κουράγιο, κάθε φορά που ζορίζονται, που δυσκολεύονται, να πούν ακριβώς αυτό που είπε ο Κύριος τρείς φορές εκεί στον κήπο της Γεθσημανή: Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ εμού το ποτήριον τούτο πλήν ουχ ως εγώ θέλω, αλλ ως σύ (Ματθ. 26, 39).

{« όμως, Θεέ μου, άς γίνει το θέλημά σου»}

Στο σημείο αυτό να αναφερθούμε στον Κύριο. Ο Χριστός ως άνθρωπος, αλλά αναμάρτητος άνθρωπος, δεν έχει καμιά σχέση με τον θάνατο. Ο αμαρτωλός είναι για τον θάνατο ο αναμάρτητος δεν είναι για τον θάνατο, είναι για την αθανασία. Γι αυτό δεν είχε καμιά εξουσία ο θάνατος πάνω στον Χριστό, τον αναμάρτητο ως άνθρωπο. Και έτσι φυσιολογικότατα ζητάει από τον Πατέρα του να αποφύγει αυτό το πικρό ποτήρι. Αν δεν το έλεγε αυτό ο Χριστός, θα μπορούσαμε να αμφιβάλλουμε: «Ήταν η δεν ήταν άνθρωπος; Ήταν η δεν ήταν αναμάρτητος;» Δεν το είπε τυχαία λοιπόν αυτό.

Κατ αρχήν το νιώθει και το λέει έτσι, γιατί ο Χριστός ζούσε ως άνθρωπος. Δεν έκανε τον άνθρωπο ήταν άνθρωπος. Αλλά το λέει επιπλέον, για να το ακούσουμε και εμείς. Πάτερ, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ εμού το ποτήριον τούτο. Και σήμαινε αυτό: «Αν είναι δυνατόν, Πάτερ, να μη σταυρωθώ» αυτό σήμαινε σε τελευταία ανάλυση. Όμως είπε στη συνέχεια: Πλήν ουχ ως εγώ θέλω, αλλ ως σύ. «Όμως όχι όπως θέλω εγώ όπως θέλεις εσύ». Και γνωρίζουμε ότι τελικά δεν έγινε αυτό που ζητούσε ο Χριστός ως άνθρωπος, και που είχε κάθε δικαίωμα να το ζητάει αλλά ώς εκεί όμως, απλώς να το ζητάει, να το πεί. Έπρεπε να πει και τη συνέχεια, όπως και είπε: Πλήν ουχ ως εγώ θέλω, αλλ ως σύ. Και τελικά έγινε αυτό που ήθελε ο Πατέρας, όχι αυτό που ήθελε η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Και εδώ βλέπουμε στην πράξη αυτό που λέει ο Κύριος: Ου ποιώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός. Όπως είπαμε, το θέλημα του Χριστού είναι αναμάρτητο. Δεν είναι κάτι αμαρτωλό, ώστε να πούμε ότι αφήνει το αμαρτωλό, για να κάνει το άγιο θέλημα του Θεού. Όχι. Και το ανθρώπινο θέλημα του Χριστού είναι αναμάρτητο, όμως είναι το ανθρώπινο θέλημα, το οποίο πρέπει να υποταχθεί στο θέλημα του ουρανίου Πατρός. Και το βλέπουμε αυτό εκεί στον κήπο της Γεθσημανή και στο ότι τελικά δέχθηκε τον Σταυρό καί, όπως λέει ο απόστολος Παύλος: Εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού (Φιλιπ. 2, 8).

Αυτό λοιπόν που έκανε ο Χριστός, ο οποίος είπε: Πάτερ, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ εμού το ποτήριον τούτο πλήν ουχ ως εγώ θέλω, αλλ ως σύ, αυτό καλείται να κάνει ο κάθε χριστιανός που θέλει να είναι μιμητής του Χριστού, που θέλει να ακολουθήσει τον Χριστό και να ζήσει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Ναι, αυτό πρέπει να κάνει. Να πει το ένα, να πει όμως και το άλλο. Νομίζω σας έλεγα και άλλη φορά ότι με ρωτούν διάφοροι στην Ελλάδα: «Μπορώ να ζητώ από τον Θεό τούτο; Μπορώ να ζητώ εκείνο;» «Να ζητάς, λέω, ό,τι θέλεις, ό,τι θέλεις, μη διστάζεις καθόλου, αρκεί στο τέλος να λές με όλη σου την καρδιά, προθυμότατα-προθυμότατα: Πλήν ουχ ως εγώ θέλω, αλλ ως σύ. Όμως, Θεέ μου, άς γίνει το θέλημά σου». Και να είναι κανείς αποφασισμένος να δεχθεί ό,τι επιτρέψει ο Θεός. Προσέξτε. Και εδώ πάλι μπορεί να περάσει μια κάποια, αν επιτρέπεται να πώ άς μη χρησιμοποιήσω τη λέξη πονηριά μια κάποια ιδιοτέλεια: «Στάσου να πώ στον Θεό άς γίνει το θέλημά σου, Θεέ μου, αλλά με την κρυφή ελπίδα μήπως έτσι τον πείσω να γίνει τελικά πάλι το θέλημά μου». Όχι. Όχι έτσι.

{«Να ναι ευλογημένο»: η φράση που λύνει όλα τα προβλήματα}

Επανέρχομαι λοιπόν. Την ώρα που λέει κανείς «νά ναι ευλογημένο» πηγαίνει πιό πέρα από όλα τα άλλα, ακόμη και από την προσευχή. Διότι εκείνος ο οποίος έχει μάθει όλη του η ζωή να είναι σαν να λέει «νά ναι ευλογημένο, Θεέ μου», αυτός συνέχεια προσεύχεται, συνέχεια είναι ενώπιον του Θεού, αγαπά τον Θεό, υπακούει στον Θεό, ανταποκρίνεται στον Θεό συνέχεια δηλαδή αποθνήσκει ως προς τον εαυτό του, συνέχεια απαρνείται τον εαυτό του και ακολουθεί τον Κύριο, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου: Εί τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι (Ματθ. 16, 24).

Δεν ξέρω πόσο θα γίνω κατανοητός, πόσο θα βρούν αυτά τα φτωχά λόγια μου απήχηση στις ψυχές σας, αλλά ταπεινά φρονώ, από τη λίγη πείρα που έχω, ότι, όποιος θα έχει το κουράγιο να το δεχθεί αυτό, να το καταλάβει, να το βάλει μέσα στην καρδιά του, να γίνει στο εξής ζωή του αυτό το πράγμα και να παραδοθεί και να αφήσει έτσι τον εαυτό του στον Θεό, αυτός έλυσε όλα τα προβλήματα. Να το ξέρετε. Έλυσε όλα τα προβλήματα. Και αυτή η λύση είναι μέσα στην ψυχή του δηλαδή λυτρώνεται ο άνθρωπος, ελευθερώνεται, πανηγυρίζει, άσχετα σε ποιά κατάσταση είναι. Δεν λέει ο απόστολος Παύλος: Υπερπερισσεύομαι τη χαρά επί πάση τη θλίψει ημών (Β Κορ. 7, 4); Θλίψεις, θλίψεις ο απόστολος Παύλος, αλλά δεν τον αγγίζουν αυτές οι θλίψεις έχει υπερπερισσεύουσα τη χαρά.

Έχουμε τους μάρτυρες, οι οποίοι ούτε λίγο ούτε πολύ μαρτυρούν, και όμως πανηγυρίζουν. Πως γίνονται αυτά; Έτσι τυχαία γίνονται; Η είναι απλώς ιστορίες για να τις διαβάζουμε; Όχι, είναι αλήθειες αυτά. Στις τοιχογραφίες μέσα στο Ιερό εδώ του ναού σας, μια αγιογραφία μαζί με τον πρωτομάρτυρα Στέφανο τον διάκονο, τον πρώτο διάκονο και πρώτο μάρτυρα, έχει και τον άγιο Λαυρέντιο, ο οποίος ήταν διάκονος στη Ρώμη και συνελήφθη μαζί με τον επίσκοπο, και τους οδήγησαν στο μαρτύριο. Τον άγιο Λαυρέντιο τον ξεγύμνωσαν και τον έβαλαν επάνω σε μια πυρακτωμένη σχάρα. Όσο κι αν εμείς δεν μπορούμε να το πιάσουμε, όμως είναι μια αλήθεια ότι για τον άγιο Λαυρέντιο σαν να μη συνέβαινε τίποτε. Και αυτό φάνηκε από το εξής: Κάποια στιγμή λέει στους δημίους που τον έβαλαν στη σχάρα «Ψήθηκα από τη μια πλευρά. Δεν με γυρνάτε και από την άλλη;» Και παίζει με τη φωτιά. Παίζει, με όλη τη σημασία της λέξεως. Πως γίνονται αυτά τα πράγματα; Πως γίνονται; Στους αγίους λοιπόν δεν βλέπουμε ίχνος ιδιοτέλειας, δεν βλέπουμε ίχνος προσπάθειας να φροντίσουν για τον εαυτό τους, να τακτοποιήσουν, με την έννοια να βολέψουν, τον εαυτό τους αυτό το οποίο παρατηρούμε σ εμάς.

{Γιατί τελικά η ζωή μας δεν έχει άρωμα χριστιανικό;}

Εγώ προσωπικώς δεν έχω παράπονο. Δόξα τώ Θεώ, πάρα πολλοί άνθρωποι θρησκεύουν σήμερα πάρα πολλοί. Και εννοώ εδώ τους καλούς χριστιανούς, και στην Έλλάδα και στην Κύπρο και όπου αλλού. Δεν εννοώ απλώς εκείνους οι οποίοι θέλουν να τους θεωρούν χριστιανούς και η ταυτότητά τους γράφει «χριστιανός ορθόδοξος» αλλά κατά τα άλλα είναι αδιάφοροι. Όχι, παίρνω τους καλούς χριστιανούς, οι οποίοι είναι πάρα πολλοί. Αλλά σας παρακαλώ πολύ να προσέξετε το εξής (υποθέτω ότι είμαι κοντά στην αλήθεια λέγοντας αυτά). Και στην Ελλάδα το βλέπουμε και σ εσάς εδώ το βλέπει κανείς, ότι η όλη θρησκευτική μας ζωή έχει αυτόν τον χαρακτήρα: τελικά σαν να χρησιμοποιούμε τον Θεό. Πιστεύουμε βέβαια στον Θεό, καταφεύγουμε στον Θεό, προσευχόμαστε, δείχνουμε μια ευλάβεια, έναν σεβασμό στον Θεό, είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε και τούτο, να κάνουμε και εκείνο, ακριβώς για να δείξουμε την πίστη μας, την ελπίδα μας στον Θεό, αλλά τελικά όμως δεν παίρνουμε αυτή τη στάση: «Θεέ μου, εσύ είσαι ο Θεός μου. Εσύ τα ξέρεις όλα, εσύ τα μπορείς όλα. Εσύ τα έχεις όλα στα χέρια σου και ξέρεις τι θα γίνει, τι δεν θα γίνει και πότε θα γίνει το καθετί. Εγώ παραδίδομαι σ εσένα άνευ όρων. Ό,τι θέλεις εσύ, Θεέ μου, να ναι ευλογημένο».

Δεν κάνουμε έτσι. Όχι. Όλοι κάνουμε κάποιους λογαριασμούς, κάποιους υπολογισμούς, όλοι πάντοτε υπάρχουν εξαιρέσεις, και μακάρι όλοι να εξαιρούμαστε μακάρι και εγώ να κάνω λάθος και τα λόγια μου αυτά να λέγονται στον βρόντο, αλλά φοβούμαι ότι δεν είναι έτσι όλοι βαθιά μέσα μας έχουμε κάποια ιδιοτέλεια. Δηλαδή ναι μέν πηγαίνουμε στον Θεό, ζητούμε τον Θεό, αλλά σαν να θέλουμε να τον χρησιμοποιήσουμε για να μας βολέψει, να πάει με τα νερά μας, τελικά να συμφωνήσει εκείνος με το θέλημά μας, σε τελευταία ανάλυση να μας υπηρετήσει: να λύσει τα προβλήματά μας, να τακτοποιήσει τα θέματά μας. Όχι, επαναλαμβάνω, ότι δεν θα φροντίσει ο Θεός γι αυτά, όχι ότι δεν θα του τα λέμε αυτά όχι. Θα του τα παρουσιάζουμε όλα, αλλά τελικά όμως πρέπει να καταλήγουμε έτσι: «Εσύ, Θεέ μου, ξέρεις πότε θα γίνει αυτό, πότε θα το κάνεις εσύ ξέρεις πως θα γίνει αυτό, πως θα το κάνεις, με ποιόν τρόπο. Εγώ εμπιστεύομαι τον εαυτό μου σ εσένα». Αλλιώς, πηγαίνουμε στον Θεό τελικά, για να μας βολέψει. Τέτοια θρησκευτικότητα έχουμε σήμερα!

Και δεν είναι τυχαίο αυτό. Προσέξτε. Πρέπει να καθίσουμε κάτω και να ψάξουμε να δούμε γιατί, ενώ είμαστε τόσα χρόνια χριστιανοί επαναλαμβάνω, έχω υπ όψιν μου τους καλούς χριστιανούς και στην Κύπρο και στην Ελλάδα ενώ τόσα χρόνια διαβάζουμε πολλά πράγματα, τόσα χρόνια κάνουμε και έναν κάποιο αγώνα, γιατί τελικά η ζωή μας δεν έχει άρωμα αγιότητος, άρωμα τέτοιο που είχε η ζωή των αγίων; Μπορεί μερικές φορές να είμαστε καλοί στη συμπεριφορά μας, να κάνουμε έστω μερικές καλές πράξεις να εξυπηρετήσουμε κάποιους ανθρώπους, να κάνουμε μια κάποια φιλανθρωπία αλλά τελικά η όλη ζωή μας δεν είναι ζωή που δείχνει ότι μπήκαμε στον δρόμο της αγιότητος που εκεί θέλει να μας βάλει όλους ο Θεός. Υποθέτω ότι οφείλεται σ αυτό, στο ότι έχει ιδιοτελή χαρακτήρα η όλη προσπάθειά μας. Δηλαδή τα θέλουμε τα πράγματα όπως εμείς τα νομίζουμε, όπως εμείς θα τα θέλαμε, όπως μας βολεύουν, και πολύ λίγο εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας στον Θεό με αυτή τη διάθεση, με αυτό το δόσιμο, με αυτή την αφοσίωση να τα αφήνουμε όλα στον Θεό λέγοντας: «Να ναι ευλογημένο, Θεέ μου. Όπως θέλεις εσύ».

{Όταν ο Θεός επιτρέψει αυτό που δεν περίμενες ποτέ}

Στους μάρτυρες, και γενικά στους αγίους, δεν βλέπουμε καθόλου το πνεύμα αυτό το δικό μας, τη δική μας νοοτροπία: να πιστεύουν στον Θεό, να ελπίζουν στον Θεό, να προσεύχονται, να κάνουν ό,τι κάνουν, αλλά για να τους βολέψει. Όχι. Παραδομένοι στον Θεό, στο θέλημά του, στη χάρη του, στην όλη εμπιστοσύνη που έχουν στον Θεό, τον αφήνουν να ενεργήσει όπως εκείνος θέλει. Γιατί, εδώ που τα λέμε, αν δεν μας φτιάξει ο Θεός όπως θέλει αυτός να μας φτιάξει, δεν μπορούμε να γίνουμε χριστιανοί. Δεν θα γίνουμε χριστιανοί απλώς με το να προσπαθήσουμε εμείς να φτιάξουμε τον εαυτό μας, όσο κι αν πιστεύουμε στον Θεό, όσο κι αν έχουμε ορισμένα πράγματα υπ όψιν μας και κάνουμε έναν κάποιο αγώνα. Δεν γίνεται έτσι. Αν σωζόταν ο άνθρωπος απλώς με τις δικές του προσπάθειες, αν αγιαζόταν με τις δικές του δυνάμεις, αν τακτοποιούνταν το όλο θέμα της σωτηρίας του ανθρώπου απλώς με την καλή διάθεση του ιδίου του ανθρώπου, δεν θα ερχόταν ο Χριστός στη γή, δεν θα ίδρυε την Εκκλησία, δεν θα έδιδε το Άγιό του Πνεύμα να είναι μέσα στην Εκκλησία ούτε θα μας άφηνε τα μυστήρια, που εκεί μέσα βρίσκουμε τη χάρη. Όχι πάλι για να τακτοποιήσουμε τα θέματά μας η απλώς για να είμαστε συνεπείς προς τα πνευματικά μας καθήκοντα, όπως λέμε, αλλά για να ανοίξει η ψυχή μας, να παραδοθεί στον Θεό, και να έρθει η χάρη μέσα μας να μας αναλάβει, χωρίς να εμποδίζεται η να δυσκολεύεται από εμάς.

Πόσοι θα μπορούσαμε πράγματι αυτή την ώρα ειλικρινά, τίμια να σταθούμε ενώπιον του Θεού και να πούμε: «Κύριέ μου, εσύ γνωρίζεις ότι δεν θέλω τίποτε άλλο. Το μόνο που θέλω: ανάλαβέ με εσύ και κάνε με ό,τι θέλεις, ό,τι κι αν μού στοιχίσει». Δεν ξέρω πόσοι θα το λέγαμε. Αλλά και αυτό δεν είναι πολύ δύσκολο να λεχθεί. Το δύσκολο είναι, όταν έρθει η ώρα και σε ταρακουνήσει ο Θεός και επιτρέψει δεν ξέρω τι θα επιτρέψει αυτό που δεν περίμενες ποτέ να πείς «νά ναι ευλογημένο». Θα το πείς τότε; Από ό,τι έχω καταλάβει εγώ, και πιστεύω ότι και εσείς το έχετε καταλάβει, για τον καθένα μας ο Θεός θα επιτρέψει εκείνο που δεν το περιμέναμε.

Από το πάρε δώσε που έχω με τους ανθρώπους διαπιστώνω ότι σχεδόν όλοι οι άνθρωποι λένε: «Αν ήταν μόνο αυτό, αν ήταν μόνο εκείνο Αλλά είναι και τούτο». Εκείνο το «αλλά» που βάζει κανείς εκεί, τα χαλάει. Και το έχουμε όλοι οι άνθρωποι. Νομίζουμε δηλαδή ότι, αν ο Θεός είχε επιτρέψει να σηκώσουμε τούτο, εκείνο, το άλλο, θα μπορούσαμε να τα σηκώσουμε, αλλά, νά, επέτρεψε και κάτι ακόμη, και αυτό είναι ασήκωτο. Εκείνο λοιπόν που νομίζεις εσύ ότι δεν το αντέχεις, εκείνο ακριβώς θα κληθείς να σηκώσεις.

Δεν μας ρωτάει ο Θεός. Αν μας ρωτούσε, δεν θα σηκώναμε τίποτε. Θα του λέγαμε: «Νά, αυτό θέλω, εκείνο θέλω, αυτό μπορώ, εκείνο δεν μπορώ». Όχι. Εδώ είναι αυτό που λέμε, να το αφήσουμε στον Θεό, ώστε ο Θεός να αφήσει να πέσει επάνω μας ό,τι αυτός κρίνει ξέρει ο Θεός και σ εμάς εκείνο που μένει είναι να πούμε: «Αχ, Θεέ μου, βλέπεις εσύ καλύτερα πόσο με ζορίζει αυτό, πόσο με πιέζει, πόσο μού φαίνεται ασήκωτο. Βλέπεις, Θεέ μου, ότι δυσκολεύομαι να το πιώ το ποτήρι αυτό» ο καθένας θα έρθει ώρα που θα το πει αυτό «αλλά να ναι ευλογημένο. Να ναι ευλογημένο. Αφού εσύ το θέλεις έτσι, αφού εσύ το ζητάς έτσι, να ναι ευλογημένο. Να γίνει όπως θέλεις εσύ».

{Από αυτή τη στιγμή κιόλας να αρχίσουμε έτσι να ζούμε}

Αν ο άνθρωπος την πιό κρίσιμη ώρα, την πιό δύσκολη ώρα τότε που νομίζει ότι του συνέβη κάτι που δεν το περίμενε ποτέ να συμβεί αν εκείνη την ώρα πεί: «Θεέ μου, να ναι ευλογημένο», και το πει με διάθεση ταπεινώσεως, με διάθεση υπακοής, με αγάπη όπως οι μάρτυρες, τον επισκέπτεται η χάρη του Θεού. Οι μάρτυρες δεν σήκωναν το μαρτύριο μοιρολατρικά σαν να έλεγαν: «Έ, τι να κάνουμε; Γιά την αγάπη του Χριστού θα σηκώσουμε το μαρτύριο». Όχι. Είχε φθάσει το πράγμα σε τέτοιο σημείο, που όλοι τους ποθούσαν το μαρτύριο, όλοι τους έλεγαν πότε να έρθει η ώρα να μαρτυρήσουν, πότε να έρθει η ώρα να πέσουν όλα τα φοβερά πράγματα επάνω τους. Και αυτό, διότι ο άνθρωπος μεθάει από τη χάρη του Θεού, τον πιάνει μια «τρέλα», αν επιτρέπεται να πώ, από την επίσκεψη της αγάπης του Θεού, από την επίσκεψη της έλξεως αυτής του Θεού, και νιώθει ότι όλα, όλα είναι ένα τίποτε μόνο ο Θεός μένει, και η ορμή αυτή του ανθρώπου προς τον Θεό.

Όταν θα μάθει κανείς να παίρνει μια τέτοια στάση, όταν θα φθάσει σ αυτό το σημείο να παίρνει μια τέτοια στάση, όπως καταλαβαίνετε, η ψυχή του είναι συνεχώς προσευχόμενη ενώπιον του Θεού και κάνει αληθινή προσευχή κανείς. Αυτή η ψυχή αγαπά τον Θεό, πιστεύει στον Θεό, ελπίζει στον Θεό, πορεύεται προς τον Θεό. Αυτή η ψυχή θα κάνει πέρα και τούτο και το άλλο και το άλλο όλα. Μέσα σ αυτό, στη διάθεση που έχει κανείς να λέει με αυτή την έννοια το «νά ναι ευλογημένο», είναι όλα όλες οι προσπάθειες για αρετή.

Όποιος λοιπόν θα μάθει αυτό το μάθημα, νομίζω είναι λίγο να πούμε ότι έλυσε τα προβλήματά του, ότι λυτρώθηκε. Γιατί όλα αυτά είναι λέξεις. Εκείνο που θα είναι πιό σωστό να πώ, και το οποίο, όσο κι αν το πούμε, όσο κι αν το φαντασθούμε, δεν μπορούμε να το πιάσουμε μόνο όταν έρθει αυτή η ώρα είναι ότι αισθάνεται κανείς πως μπαίνει πλέον σ αυτή την άλλη ζωή που φανέρωσε ο Χριστός. Αισθάνεται κανείς ότι όντως είναι κοινωνός με τον Κύριο, με τον σταυρωθέντα και τον αναστάντα Κύριο. Όντως κανείς αισθάνεται ότι τον ανέλαβε ο Θεός, η χάρη του Θεού. Όντως αισθάνεται ότι είναι μέν στη γή, αλλά κάτι ουράνιο οσφραίνεται. Αυτά, όσο κι αν τα πούμε, επαναλαμβάνω, δεν αρκούν, δεν μπορούν να μας πούν πολλά πράγματα. Αλλά έρχεται ώρα που ο καθένας το ζει αυτό.

Γι αυτό, αν έγινα κατανοητός, αν όλα αυτά που είπαμε ώς εδώ βρίσκουν απήχηση στην ψυχή σας, θα παρακαλούσα την αγάπη σας, από τώρα, από αυτή τη στιγμή κιόλας να αρχίσουμε έτσι να σκεπτόμαστε, έτσι να ενεργούμε, έτσι να ζούμε. Μπορεί να μη λέει κανείς τις λέξεις αυτές, «νά ναι ευλογημένο», και να λέει «Δόξα σοι, ο Θεός» η να λέει: «Όπως θέλεις, Θεέ μου» ή, όπως λένε οι μοναχοί, «ευλόγησον». Αλλά το «νά ναι ευλογημένο» είναι πολύ ζωντανό και μπορεί να το πει ο καθένας. Και θα έλεγα ότι μπορούμε αυτό να το έχουμε υπ όψιν μας και να το χρησιμοποιούμε και να το λέμε και σε περιπτώσεις που έχουν σχέση με τον ίδιο τον εαυτό μας, και σε περιπτώσεις που έχουν σχέση με τους ανθρώπους που είναι κοντά μας, μέσα στην οικογένεια κτλ., και στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους και στον γενικότερο αγώνα που κάνουμε.

{«Γιά μένα δεν ανοίγουν οι πόρτες»}

Υποθέτω ότι λίγο πολύ κάθε αγωνιζόμενος έχει έναν καημό μέσα του, έχει μια λαχτάρα, έναν πόθο μέσα του: «Αχ, Θεέ μου, Θεέ μου, πότε θα φύγουν από πάνω μου οι αδυναμίες, τα ελαττώματά μου, οι αμαρτίες μου, όλα αυτά τα πράγματα που με κάνουν να ασχημίζω ενώπιόν σου; Πότε θα έρθει στην ψυχή μου η ταπείνωση, η μετάνοια η αληθινή, η αγάπη; Πότε θα μάθω να προσεύχομαι;» Έχει καημό ο καθένας μέσα του. Και εκεί που κάνει μια προσπάθεια, δεν πάει λίγο και σκοντάφτει, δεν πάει λίγο και πέφτει. Έβαλε αρχή σήμερα το πρωί και το βράδυ διαπιστώνει ότι τι έκανε; πάλι στα ίδια είναι. Την άλλη μέρα τα ίδια πάλι. Και κοντράρεται ο άνθρωπος με τον ίδιο τον εαυτό του, συμπιέζεται από τον ίδιο τον εαυτό του και σαν να κυριεύεται εκείνος, επαναλαμβάνω, που αγωνίζεται τίμια από μια απογοήτευση, από μια απελπισία, από μια ολιγοπιστία.

Κάθε μέρα το διαπιστώνω όλο και πιό πολύ. Ναι μέν διαβάζουν οι άνθρωποι τα πατερικά βιβλία, τους βίους των αγίων, βλέπουν εκείνα τα ωραία πράγματα που είναι γραμμένα εκεί, τα λιμπίζονται, τα ποθούν, τα θέλουν τόσο πολύ, αλλά στην πράξη βλέπουν ότι είναι μακριά από αυτές τις καταστάσεις. Και αρχίζουν λίγο-λίγο να αμφιβάλλουν: «Άραγε είναι έτσι τα πράγματα; Άραγε έγιναν έτσι τα πράγματα;» Ή, το λιγότερο, μπορεί να πούν: «Κάποτε μπορεί να ήταν έτσι. Κάποτε μπορεί ο Θεός, το Πνεύμα του Θεού να ενεργούσε έτσι μέσα στους ανθρώπους, αλλά τώρα, φαίνεται, μας άφησε ο Θεός, μας εγκατέλειψε. Τώρα δεν γίνονται αυτά». Και ο άνθρωπος παγιδεύεται λίγο-λίγο όχι απλώς από μια απογοήτευση, από μια αίσθηση αποτυχίας όχι. Γίνεται μια πεποίθηση μέσα του ότι δεν θα γίνει τίποτε με αυτόν.

Έχω υπ όψιν μου στην Ελλάδα ψυχές οι οποίες είναι πνευματικότατες, έτσι όπως φαίνονται, αλλά έχουν μέσα τους αυτή την ολιγοπιστία. Είχα πάρει πρό ημερών ένα σημείωμα από κάποια ψυχή που έλεγε: «Κατάλαβα πιά ότι αυτά όλα είναι για ορισμένους. Εμείς, κάποιοι άλλοι ορισμένοι, δεν μπορούμε να περιμένουμε, δεν μπορούμε να ελπίζουμε δεν γίνονται σ εμάς αυτά».

Θυμάμαι, κάτι παρόμοιο μού έλεγε ένας Άγγλος, ο Μπάλφουρ, που είχε παίξει και κάποιον ρόλο στην Ελλάδα τότε με τον Β Παγκόσμιο πόλεμο, και έγραψαν πολλά εις βάρος του. Εν πάση περιπτώσει, αυτός ήταν αγγλικανός και έγινε ορθόδοξος. Κάποια φορά που μας επισκέφθηκε, έλεγε: «Δεν είμαστε εμείς όπως είναι ο γέρων Σιλουανός τώρα άγιος Σιλουανός τότε ακόμη δεν είχε αναγνωρισθεί ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο π. Σωφρόνιος που είναι στο Έσσεξ, στην Αγγλία. Σ αυτούς, μόλις σπρώξουν την πόρτα, ανοίγει, και προχωρούν. Γιά μένα και για άλλους δεν ανοίγουν οι πόρτες». Και αρχίζει σιγά-σιγά ο άνθρωπος να πιστεύει κάτι τέτοιο, το οποίο είναι πέρα για πέρα πλάνη και πέρα για πέρα εσφαλμένο.

{Έχεις τη γενναιότητα να ταπεινωθείς;}

Εδώ είναι το λεπτό σημείο: Καθώς ζορίζεται κανείς και κυριεύεται από ένα πνεύμα απογοητεύσεως, διότι το φέρει βαρέως για το τι είναι ο εαυτός του δηλαδή, εκτίθεται στον ίδιο τον εαυτό του, στα μάτια του άλλη ιδέα είχε για τον εαυτό του, και τώρα είναι υποχρεωμένος να δεχθεί ότι ο εαυτός του είναι κάτι αλλιώτικο και όχι εκείνο που νόμιζε και του στοιχίζει αυτό το πράγμα, αν θα πει «Να ναι ευλογημένο, Θεέ μου. Ό,τι είμαι, είμαι. Να ναι ευλογημένο», αρχίζει να λυτρώνεται. Οπότε, δεν θίγεται, δεν το φέρει βαρέως, δεν χολώνεται μέσα του, δεν πικραίνεται.

Μερικές ψυχές είναι φαρμακωμένες μέσα τους, έχουν πολλή χολή. Και τι νομίζετε; Το παράπονο τελικά στρέφεται στον Θεό, ότι τάχα ο Θεός δεν τις προσέχει αυτές τις ψυχές, τάχα δεν τις χαριτώνει, τάχα δεν τις βοηθάει, τάχα τις κάνει πέρα, ενώ προσέχει κάποιες άλλες. Και χολώνεται κανείς. Λάθος όλα αυτά.

Αν κανείς έχει τη γενναιότητα να ταπεινωθεί ενώπιον του Θεού και να πεί: «Να ναι ευλογημένο, Θεέ μου. Πέταξέ με εμένα», και να το παραδεχθεί: «Το σκύβαλο είμαι εγώ» εδώ ένας απόστολος Παύλος έλεγε ότι είναι πρώτος των αμαρτωλών (Βλ. Α Τιμ. 1, 15) αυτομάτως παίρνει την τελευταία θέση, αυτομάτως ταπεινώνεται πλήρως, αυτομάτως, όπως είπαμε, λυτρώνεται, ελευθερώνεται δεν τον δαγκάνουν πιά τέτοιες καταστάσεις. (Επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη. «Δάκνεται», όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.) Και καθώς ο άνθρωπος λέει «νά ναι ευλογημένο, Θεέ μου» και πάλι «νά ναι ευλογημένο», βλέπει ότι μέρα με την ημέρα ανοίγει ο δρόμος, μέρα με την ημέρα ανοίγει η πόρτα, μέρα με την ημέρα κάτι σπρώχνει την ψυχή και προχωράει. Διότι μέχρι τώρα δεν εμπόδιζαν την ψυχή ούτε, αν θέλετε, τα πάθη προσέξτε ούτε οι αμαρτίες. Αυτά τα τακτοποιεί ο Θεός. Όσες αμαρτίες κι αν έχεις, όσα πάθη κι αν έχεις, θα τα πάρει ο Θεός, θα τα αρπάξει, θα σε καθαρίσει τελείως. Ούτε από άλλα πράγματα εμποδίζεται κανείς. Εμποδίζεται από την άσχημη στάση του, από τη λαθεμένη στάση του, από την υπερήφανη στάση του από το ότι δεν θέλει να υποταχθεί στον Θεό και να τα αφήσει όλα στον Θεό λέγοντας: «Να ναι ευλογημένο, Θεέ μου. Όπως θέλεις εσύ».

{Με αυτή την απλή φράση ανασταίνεις την ύπαρξή σου}

Έχετε να κάνετε, άς πούμε, με δικούς σας ανθρώπους μέσα στην οικογένεια, και υπάρχουν διάφορα προβλήματα: Έχετε να κάνετε με ένα παιδί που δεν σας ακούει, που είναι έτσι, που είναι αλλιώς, και σας δημιουργεί προβλήματα, η με ένα παιδί που είναι άρρωστο. Έχετε να κάνετε με τον σύζυγό σας η με τη σύζυγό σας, με τους γονείς σας, με την κουνιάδα, με τον κουνιάδο, με τη νύφη, με τον γαμπρό κτλ. Και κάθε τόσο επιτρέπει ο Θεός πότε το ένα, πότε το άλλο, και μάλιστα μερικές φορές επιτρέπει ο Θεός κατά τέτοιον τρόπο να έρχονται τα βάσανα, οι θλίψεις, τα εμπόδια, οι σουβλιές, άς πούμε, από τον ένα και από τον άλλο, σαν να το κάνει επίτηδες. Και δεν θα δυσκολευόμουν να πώ ότι επίτηδες το κάνει. Όχι γιατί θέλει να μας παιδεύει, να μας βασανίζει, αλλά γιατί αυτό χρειάζεται για την ψυχή μας. Έχεις το κουράγιο να πείς: «Να ναι ευλογημένο, Θεέ μου»; Είναι δύσκολο, διότι αισθάνεσαι ότι, αν το πείς δηλαδή, αν παραδεχθείς ότι σου χρειάζεται και τούτο και εκείνο και το άλλο και το άλλο όλα αυτά που επιτρέπει ο Θεός ώ, τότε σημαίνει πως παραδέχεσαι ότι είσαι ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου.

Εάν λοιπόν σ αυτή την περίπτωση πει κανείς: «Να ναι ευλογημένο, Θεέ μου, να ναι ευλογημένο», ταπεινώνεται ο άνθρωπος, όπως είπαμε, σαν να πεθαίνει ενώπιον του Θεού. Αλλά αυτομάτως ανασταίνεται ακριβώς όπως είπε ο Κύριος: Όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται (Ματθ. 23, 12). Αυτομάτως λυτρώνεται, αυτομάτως μπαίνει στη σφαίρα εκείνη την άλλη και νιώθει κανείς πλέον ότι είναι με τον Θεό. Ο μάρτυς ήταν επάνω στη φωτιά και ψηνόταν, αλλά ήταν με τον Θεό. Δεν έχει σημασία αν ψηνόταν η δεν ψηνόταν. Δεν έχει σημασία αν τον έβαζαν στον τροχό η αν τον έγδερναν. Τα λέμε βέβαια εμείς αυτά, αλλά πιό πολύ σαν ιστορίες τα διαβάζουμε η τα ακούμε, ενώ είναι αλήθειες. Δεν τον απασχολούσε αυτό, πόσο παιδεύεται, πόσο δεν παιδεύεται, πόσο θα μαρτυρήσει, πόσο δεν θα μαρτυρήσει. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν να μη χάσει τον Χριστό. Εκείνο ήταν όλο το θέμα. Και παρέδιδε τον εαυτό του με όλη του την καρδιά στον Χριστό λέγοντας «νά ναι ευλογημένο».

Το ίδιο λοιπόν να πούμε και εμείς, και όταν μας πειράζει ο διάβολος, και όταν μας πειράζουν οι άλλοι άνθρωποι, και όταν πέφτουν επάνω μας όλα αυτά τα πράγματα που έχουμε να συναντήσουμε στη ζωή μας. «Να ναι ευλογημένο». Δεν ξέρω εσείς πόσο το έχετε δοκιμάσει. Άς πούμε, είσαι κάποια ώρα έτοιμος να εκραγείς. Έρχονται το ένα κατόπιν του άλλου τούτο, εκείνο, το άλλο όπως είπαμε, σαν κάποιος επίτηδες να τα βάζει επάνω σου. Και σαν να μη φθάνουν αυτά, έρχεται και το τελευταίο καρφί κάτι παρουσιάζεται πάλι. Όπως λένε οι άνθρωποι: «Ακόμη αυτό μας έλειπε». Και είναι κανείς έτοιμος να εκραγεί. Εσύ λοιπόν εκείνη την ώρα, όσο πιό ζόρικα είναι τα πράγματα, όσο βλέπεις ότι σαν επίτηδες κάποιος να τα φέρνει το ένα κατόπιν του άλλου και να τα βάζει επάνω σου, τόσο πιό έτοιμος να είσαι μέσα σου και τόσο πιό πολλή διάθεση να έχεις να πείς «νά ναι ευλογημένο, Θεέ μου», αλλά και να το εφαρμόζεις στην πράξη.

Με αυτή την απλή φράση, ούτε λίγο ούτε πολύ, ανασταίνεις την ψυχή σου, ανασταίνεις την ύπαρξή σου. Με αυτή την απλή φράση πεθαίνεις. (Δεν το κάνεις εσύ εσύ απλώς λές τη φράση και τοποθετείσαι ανάλογα το όλο έργο το κάνει ο Χριστός.) Όντως πεθαίνεις με τον Χριστό και όντως ανασταίνεσαι. Με το να μη λές «νά ναι ευλογημένο», με το να μη σηκώνεις αυτό που επιτρέπει ο Θεός, με το να μην παραδίδεσαι στον Θεό, είναι σαν να θέλεις να μην πεθάνεις σαν να θέλεις να ζήσεις. Και είναι αυτό που λέει ο Κύριος: Ός αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν (Μάρκ. 8, 35). Εκείνος που θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει. Και όλος ο καημός και όλη η φροντίδα όλων των ανθρώπων είναι να μην πάθουν τίποτε είτε πνευματικά το πάρουμε είτε σωματικά. Και τελικά χάνεις την ψυχή σου. Ός αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού και του Ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν. Ναι, τα πράγματα δεν είναι αστεία. Από δώ και από κεί, περιθωριακά, μπορεί να είμαστε χριστιανοί με το να κάνουμε καμιά ψευτοπροσευχή: «Θεέ μου, πάρε αυτό, πάρε εκείνο, διόρθωσε αυτό, διόρθωσε εκείνο, δώσε μας τούτο, δώσε μας το άλλο». Δεν είναι αυτά σωστή σχέση με τον Θεό. Εκείνο το οποίο χρειάζεται είναι να φθάσουμε εδώ, σ αυτό το σημείο: «Γιά την αγάπη σου, Χριστέ μου, πρόθυμα να πεθάνω. Γιά την αγάπη σου, να ναι ευλογημένο, έτσι να γίνει». Και να δεχθούμε τον θάνατο αυτό που ξέρει ο Κύριος να φέρει μέσα μας πεθαίνουμε δηλαδή με τον Χριστό. Καί, ώ του θαύματος, την ώρα ακριβώς που πεθαίνει κανείς, εκείνη την ώρα ανασταίνεται.

{«Θάλασσα τα έκανα»}

Πέρασε η ώρα θα σταματήσω. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να πώ άλλα. Μαζί με όλα αυτά μπορεί κανείς να σκεφθεί και πολλά άλλα. Καί, αν θέλετε, να υποβάλετε κάποιες ερωτήσεις, για να διευκρινίσουμε καλύτερα μερικά πράγματα. Πάντως τα είπα με πάρα πολλή αγάπη. Και αν τυχόν φάνηκα σκληρός, πιό πολύ με τον εαυτό μου ήμουν σκληρός. Αυτά όλα, μόνο αν αγαπά κανείς, τα λέει. Αλλιώς, δεν λέγονται. Δεν έχεις το κουράγιο να τα πείς έτσι και να ζορίσεις τόσο πολύ τον συνάνθρωπό σου. Τον φέρνεις δηλαδή στο αμήν δεν έχει άλλο. Γιά, να ακούσουμε, παρακαλώ, τις ερωτήσεις.

(Δεν ακούγεται η ερώτηση)

Πάτερ: Καλά κάνετε και υποβάλλετε μια τέτοια ερώτηση. Συνήθως μπερδεύονται εδώ οι χριστιανοί. Έχω την ταπεινή γνώμη ότι κάθε φορά που μια σκέψη μας, μια ενέργειά μας μας ρίχνει σε αδράνεια, κάποιο λάθος κάνουμε. Οπωσδήποτε κάνουμε κάποιο λάθος, και επομένως να μην επαναπαυθούμε. Διότι, όσο περισσότερο αφήνομαι στον Θεό, τόσο περισσότερο ζωντανεύω, δραστηριοποιούμαι. Όσο περισσότερο αφήνομαι στον Θεό, τόσο δεν έχει επάνω μου καμιά εξουσία αυτό που λέγεται ακεφιά, ακηδία, τεμπελιά, αδιαφορία. Όχι. Αυτά εξαφανίζονται. Εάν μας κυριεύουν κάτι τέτοια, σημαίνει ότι κάπου δεν ενεργούμε σωστά.

Και ήθελα τώρα, επειδή πήρατε λίγο την αρνητική πλευρά, να πώ ότι με τα λόγια έτσι είναι, όπως τα είπαμε, αλλά στην πράξη τα κάνουμε θάλασσα. Και τότε όμως μπορούμε να πούμε «νά ναι ευλογημένο». Με ποιά έννοια; Καθώς εμείς ακούσαμε αυτά τα πράγματα, ενθουσιαστήκαμε και παίρνουμε την απόφαση: «Τώρα θα βάλω μπρός» κάπως έτσι. Και αύριο πρωί, η απόψε ακόμη πρίν κοιμηθούμε, μπορεί να διαπιστώσουμε: «Θάλασσα τα έκανα». Αυτό μας μειώνει, μας ταπεινώνει. Μάς ταπεινώνει με την κακή έννοια μας εκθέτει στα μάτια μας. Όταν όμως πούμε: «Να ναι ευλογημένο, Θεέ μου. Καλά να πάθω. Εγώ τα πήρα τα πράγματα εγωιστικά και νόμισα ότι αμέσως κιόλας θα τα κάνω. Καλά με ταπείνωσες, καλά άφησες και απέτυχα. Να ναι ευλογημένο», τότε δεν χάνουμε τον στόχο μας. Είναι δηλαδή όπως όταν πηγαίνουμε σε κάποιον λόφο, στην κορυφή του οποίου υπάρχει ένα σημάδι. Από όπου κι αν πάμε, ακόμη κι αν χαθούμε, αυτό το σημάδι το βλέπουμε συνέχεια. Οπότε, δεν έχουμε κανέναν φόβο, ό,τι κι αν μας συμβεί. Προχωράμε προς τα εκεί.

Είναι πολλή ασφάλεια αυτό το οποίο λέμε και πολύ ξεκαθαρίζει τα πράγματα. Θα το δεί κανείς στην πράξη.

{Φορείς της ζωής του Χριστού}

Τώρα να πώ κάτι ακόμη. Βλέπετε, όλος ο κόσμος κάνει λόγο για Θεό. Θεός υπάρχει μόνο στο πρόσωπο του Χριστού, όχι έξω από τον Χριστό. Δηλαδή εν σχέσει με εμάς και εμείς εν σχέσει με τον Θεό, αν ψάξουμε τον Θεό η αν κινηθούμε προς τον Θεό έξω από τον Χριστό, να ξέρουμε ότι θα φτιάξουμε έναν Θεό δικό μας. Και αυτό είναι που κάνουν όλοι οι λαοί οι Μουσουλμάνοι, τούτοι, οι άλλοι. Ο Θεός φανερώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού. Θέλεις να βρείς τον Θεό; Θα πιστέψεις στον Χριστό. Έξω από τον Χριστό δεν έχεις Θεό έχεις ένα κατασκεύασμα δικό σου.

Ένα αυτό. Ξέρουμε όμως εμείς τώρα στην πράξη, μέσα δηλαδή από την πραγματικότητα γνωρίζουμε ότι και αυτό δεν φθάνει. Όλοι μιλούν για τον Χριστό. Έτσι όπως έγινε σήμερα, όλοι μιλούν για τον Χριστό. Και Προτεστάντες και Καθολικοί Ακόμη και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, με τον τρόπο τους βέβαια, κάνουν και αυτοί λόγο για τον Χριστό. Οι δε Προτεστάντες, που είναι τριακόσιες με τετρακόσιες παραφυάδες, όλοι για τον Χριστό μιλούν και διαβάζουν όλοι το Ευαγγέλιο. Όπως λοιπόν Θεός είναι αυτός που μας φανέρωσε ο Χριστός, έτσι Χριστός είναι αυτός που μας φανερώνει η Εκκλησία, η Ορθόδοξος Εκκλησία. Έξω από την Εκκλησία δεν έχεις αληθινό Χριστό, και επομένως δεν έχεις αληθινό Θεό.

Και τώρα θα τολμούσα να πάω λίγο πιό πέρα. Και μέσα στην Εκκλησία χρειάζεται κανείς να γεννηθεί πνευματικά από κάποιον που έχει μέσα του τη ζωή του Χριστού. Αυτό δεν είναι δική μου γνώμη. Άμα σκύψουμε εκεί στους πατέρες, στους αγίους, θα τα βρούμε αυτά. Όπως έλεγε ο Παστέρ, καθώς έκανε τα πειράματά του: «Πάν ζών εκ του ζώντος». Έχετε υπ όψιν σας ότι παλιά οι άνθρωποι είχαν τη γνώμη πως παρουσιάζεται αυτομάτως η ζωή. Όταν δηλαδή έβλεπαν ότι το κρέας έβγαζε σκουλήκια, «νά την η ζωή, έλεγαν, βγήκε μόνη της». Και ο Παστέρ έκανε πειράματα. Πήρε ένα κομμάτι κρέας, το έβαλε μέσα σε μια γυάλα, από την οποία έβγαλε τον αέρα, οπότε μαζί με τον αέρα βγήκαν και οι διάφοροι μικροοργανισμοί που υπάρχουν στον αέρα. Και περίμεναν μετά στο κρέας να εμφανιστούν σκουλήκια, αλλά δεν έπιανε σκουλήκια το κρέας. Και ο λόγος ήταν ότι, καθώς δεν υπήρχε αέρας, δεν υπήρχαν και οι διάφοροι μικροοργανισμοί οι οποίοι κάθονται επάνω στο κρέας, και βγαίνουν μετά από αυτούς τα σκουλήκια. Και έβγαλε το συμπέρασμα ο Παστέρ: «Πάν ζών εκ του ζώντος. Οmnes vivum ex vivum». Κάθε ζωντανό από ζωντανό γεννιέται δεν βγαίνει τίποτε μόνο του.

Αυτό ισχύει και μέσα στην Εκκλησία. Δεν φθάνει απλώς να είναι κανείς στην Εκκλησία, να πηγαίνει στην εκκλησία. Μπορεί κανείς να εκκλησιάζεται τακτικά, να ακούει κηρύγματα. Όλοι εσείς τώρα ακούσατε αυτά που είπαμε απόψε, καθένας όμως μόνος του θα πάρει όσα θέλει, θα καταλάβει όσα θέλει, θα τα εφαρμόσει όπως θέλει. Και τελικά τι γίνεται; Τι κάνουμε;

Γι αυτό μέσα στην Εκκλησία, όπως λέει ο απόστολος Παύλος, ο Κύριος έδωκε όχι απλώς το Ευαγγέλιο αλλά τους μέν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς τον καταρτισμόν των αγίων (Εφ. 4, 11-12). Δεν είναι δηλαδή, όπως εμείς το βλέπουμε, οι εφημέριοι ο κλήρος απλώς για να κάνουν τις ακολουθίες, για να λειτουργήσουν, και εμείς να πάμε να λειτουργηθούμε. Καλό και άγιο αυτό, αλλά δεν αρκεί. Ούτε είναι ο ιερέας απλώς για να μας κάνει τη βάπτιση η τα άλλα μυστήρια. Εκείνο το οποίο χρειάζεται είναι εμείς, ως ποίμνιο, να έχουμε τη διάθεση, και ο ιερέας, ως ποιμήν αληθινός, να μας καταρτίζει.

Και αυτό όχι με την έννοια ότι ξέρει μερικά πράγματα και να μας τα πεί. Οι απόστολοι είχαν ακούσει πολλά πράγματα από τον Χριστό και είχαν δεί κιόλας πολλά, αλλά μία φορά μόνο δοκιμαστικά τους έστειλε ο Χριστός να κηρύξουν (Βλ. Ματθ. 10, 5-15), άλλη φορά δεν τους έστειλε, ενόσω ήταν μαζί τους. Και αν ήμασταν εμείς τότε, θα του κάναμε και παρατηρήσεις: «Ο κόσμος χάνεται, και εσύ τους κρατάς αυτούς τους δώδεκα κοντά σου, πάς και έρχεσαι μαζί τους. Στείλε τους επιτέλους να κηρύξουν». Όχι. Θα έρθουν όλα στην ώρα τους.

Και αφού ήρθε η Πεντηκοστή και έλαβαν οι απόστολοι το Πνεύμα το Άγιο, και δεν ήταν απλώς αυτοί με την καλή διάθεση η αυτοί που απλώς έμαθαν και ήξεραν μερικά πράγματα, αλλά ήταν φορείς πλέον της ζωής του Χριστού, τότε πήγαν και κήρυξαν. Και δεν κήρυτταν απλώς το Ευαγγέλιο, αλλά το Ευαγγέλιο αυτό ήταν ζωή μέσα τους, και οι λέξεις έβγαιναν μαζί με αυτό που είχαν μέσα τους αυτό που κρύβουν οι λέξεις. Ναι μέν το Ευαγγέλιο είναι κήρυγμα χωρίς κήρυγμα δεν γίνεται είναι αλήθειες, αλλά συγχρόνως οι απόστολοι παρέδιδαν τη ζωή του Ευαγγελίου, τη ζωή αυτής της αποκαλύψεως. Και οι διάδοχοι αυτών στους άλλους, και οι διάδοχοι εκείνων στους άλλους, και μέχρι σήμερα. Και σήμερα λοιπόν μέσα στην Εκκλησία αυτό πρέπει να γίνεται, και να μην αρκούμαστε μόνο σε κάποια τυπικά πράγματα, και τελικά ο καθένας γίνεται αφεντικό στον εαυτό του.

{Οι πάντες οφείλουμε να μαθητεύσουμε μέσα στην Εκκλησία}

Όπως σας είπα, δεν έχω διάθεση να σας στενοχωρήσω, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Καθένας τώρα θα γυρίσετε στο σπίτι σας. «Καλά τα είπε ο πάτερ», θα λέτε, αλλά από αυτά όσα θέλετε θα κρατήσετε, και να δούμε πως θα τα καταλάβετε και πως θα τα εφαρμόσετε. Αν όμως κανείς το πάρει ζεστά και αρχίσει να μαθητεύει, τότε γίνεται εργασία στην ψυχή. Άλλο είναι να είσαι ακροατής μέσα σε ένα σχολείο πάει κανείς, ακούει απλώς, όσα έμαθε έμαθε, όσα κατάλαβε κατάλαβε, και τέλειωσε. Κάτι θα γίνει βέβαια δεν υπάρχει αμφιβολία. Αλλά δεν αρκεί αυτό πρέπει να γίνει μαθητής: να καθίσει σπίτι, να διαβάσει το μάθημα, να πάει την άλλη μέρα, να τον εξετάσει ο καθηγητής, να ελέγξει την εργασία του και μπορεί να του πεί: «Παιδί μου, δεν το κατάλαβες καλά αυτό». Και σιγά-σιγά, σιγά-σιγά μαθαίνει. (Είναι μαθητής όμως, όχι απλώς ακροατής.) Όποιος έχει διάθεση, όποιος έχει και μερικά δεδομένα γιατί δεν μπορούν όλοι να μάθουν γράμματα μαθαίνει. Αλλά όλοι μπορούν να γίνουν άγιοι. Δεν εξαιρείται κανείς. Καθένας όμως πρέπει να μαθητεύσει. Δεν είναι τυχαίο που οι μαθηταί του Χριστού λέγονταν μαθηταί. Μαθήτευσαν. Και οι πάντες οφείλουμε να μαθητεύσουμε μέσα στην Εκκλησία.

Να μαθητεύσουμε όχι απλώς με την έννοια να ακούσουμε μερικά πράγματα, να μάθουμε μερικά πράγματα, αλλά για να γίνουμε μέτοχοι της ζωής του Χριστού. Αυτό σημαίνει παράδοση, βαθύτερα και ουσιαστικότερα, μέσα στην Εκκλησία. Δηλαδή όλος ο χριστιανισμός παραδίδεται ως ζωή, που η ζωή αυτή έχει και το κήρυγμα και όλα τα άλλα, αλλά πάντως παραδίδεται ως ζωή: παραδίδονται βιώματα, παραδίδεται η καινούργια κατάσταση, η θεϊκή ζωή. Με αυτή την έννοια πρέπει να μαθητεύσει κανείς. Να μαθητεύσει υπομονετικά και πάλι και ξανά.

Ξέρετε πόσο δύσκολο είναι στην πράξη να μαθητεύεις και να έρθει η ώρα να σου πει ο άνθρωπος στον οποίο μαθητεύεις: «Κοίταξε, ήρθε η ώρα να σου πώ μερικά πράγματα, που μέχρι τώρα δεν σου τα έλεγα, γιατί δεν τα σήκωνες, δεν θα τα καταλάβαινες, δεν θα τα ανεχόσουν. Μπορεί και να το έβαζες στα πόδια. Λοιπόν, ο τρόπος που σκέπτεσαι, ο τρόπος που ενεργείς, ο τρόπος που καταλαβαίνεις, ο τρόπος που τα παίρνεις τα πράγματα, πρόσεξε, έχει αυτό το λάθος, έχει εκείνο το λάθος». Και θα περάσει κρίση κανείς. Αλλά άμα έχει διάθεση να πεί: «Να ναι ευλογημένο. Εγώ αυτό θέλω, να μού φανερώσουν τα της ψυχής μου», σιγά-σιγά, σιγά-σιγά ανοίγει η ψυχή, ανοίγει ο δρόμος και όλα πάνε καλά.

Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι, αν έτσι τα πάρετε τα πράγματα, είναι όλα απλά και όλα εύκολα. (Στη Μητρόπολη Σερρών είχα κάνει μια ομιλία, παίρνοντας αφορμή από την παραβολή του ασώτου υιού, με τίτλο «Όλα απλά, όλα εύκολα».) Ναι, όλα απλά και όλα εύκολα. Και μη μού πείτε: «Εσύ, πάτερ, ζείς έξω από τον κόσμο και δεν ξέρεις». Όχι, δεν είναι έτσι. Και εγώ ξέρω από τον κόσμο. Όπως κάπου είπα σήμερα, έμεινα κάποτε δύο χρόνια στο κρεβάτι ακίνητος και έβαζα το πιάτο πάνω στο στήθος και έτρωγα. Δύο χρόνια. Δηλαδή και ο ίδιος πέρασα ορισμένα πράγματα, πέρασα μέσα από τη ζωή. Αλλά και καθώς κάθε μέρα έχω να κάνω με ανθρώπους, γνωρίζω τα προβλήματα του κόσμου.

Επομένως, όλα αυτά που λέμε δεν τα λέμε σαν να είμαστε έξω από την πραγματικότητα. Και όταν φθάνουμε στο σημείο να πούμε «όλα απλά, όλα εύκολα», δεν το λέμε έτσι, σαν να πετάμε απλώς κάποιες λέξεις. Είναι δύσκολα, έως ότου ο άνθρωπος να πει «νά ναι ευλογημένο, Θεέ μου». Άμα πει «νά ναι ευλογημένο», όλα απλά και όλα εύκολα. Αυτό όμως μην προσπαθείς να το καταλάβεις με το μυαλό. Άσε τον Θεό να το κάνει. Και θα το κάνει. Και θα το ζείς μετά και θα λές: «Μά έτσι ήταν;» Ναι, έτσι ήταν.

{Δεν υπάρχει τίποτε που δεν δουλεύει υπέρ της ψυχής μας}

Ερώτηση: Με όλα αυτά που μας είπατε, γίνεται κατανοητό και το του αποστόλου Παύλου: Τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν (Ρωμ. 8, 28).

Πάτερ: Έτσι είναι. Δεν υπάρχει τίποτε που δεν δουλεύει υπέρ της ψυχής μας. Τα πάντα είναι για το καλό μας, ακόμη και μια πτώση, εφόσον ναι μέν ως άνθρωπος έπεσες, αλλά αμέσως τρέχεις στον Θεό χωρίς να απογοητεύεσαι ούτε να θυμώνεις. Γιατί υπάρχουν μερικοί που αρχίζουν: «Αχ, Θεέ μου, εγώ προσευχήθηκα, έκανα τούτο, έκανα εκείνο, και εσύ δεν με κράτησες και με άφησες να πέσω;» Όχι. Πές: «Να ναι ευλογημένο». Λέγοντας «νά ναι ευλογημένο» είναι σαν να λές: «Καλά να πάθω. Μού άξιζε. Μού χρειαζόταν αυτό, να πέσω, να σπάσω τα μούτρα μου, γιατί είχα πάρει αέρα ότι εγώ προχώρησα». Λές «νά ναι ευλογημένο» καί, καθώς ταπεινώνεσαι, λυτρώνεσαι αμέσως.

Είναι ακριβώς αυτό που λέει ο Δαβίδ. Κάτι άλλο βέβαια εννοεί εκεί, αλλά όμως μας χρειάζεται: Εταπεινώθην και έσωσέ με (Ψαλμ. 114, 6). Μόλις ταπεινώθηκα, με έσωσε ο Κύριος. Αλλού λέει: Αγαθόν μοι ότι εταπείνωσάς με (Ψαλμ. 118, 71). Ήταν σωτήριο για μένα που με ταπείνωσες (διά των θλίψεων).

(Ακολουθεί άλλη ερώτηση, που όμως δεν ακούγεται καθόλου.)

Πάτερ: Θα δούμε τι συνέβη, τι πάθαμε, και αμέσως να πούμε: «Να ναι ευλογημένο, Θεέ μου. Ξαναβάζω αρχή». Και πάλι και πάλι. Χρειάζεται πολλές φορές να βάλει αρχή κανείς. Αν χρειαστεί, χίλιες φορές την ημέρα. Όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος, χίλιες φορές αν πέσεις, πάλι να σηκωθείς, και να μην αποκάμεις, να μην κουραστείς. Αυτό θέλει ο Θεός. Άμα βρεί τέτοιον άνθρωπο ο Θεός, τελείωσε, τον αγιάζει. Αλλά εμείς είμαστε ιδιοτελείς και θέλουμε να περισώσουμε τον εαυτό μας. Δεν γίνεται έτσι.

Πέρασε όμως η ώρα. Να βάλω σε όλους σας μετάνοια, αν σας κούρασα, αν σας στενοχώρησα. Και εύχομαι όλους να μας αξιώσει ο Θεός κάποτε να αποφασίσουμε να μπούμε σ αυτόν τον δρόμο. Άς είναι στενούτσικος, άς είναι λίγο ζόρικος. Εμείς θα προσευχόμαστε για σάς, εσείς για μας, και ξέρει ο Θεός. Δεν κάνει λάθος ο Θεός. Ξέρει ποιοί είμαστε πρίν κάν έρθουμε στον κόσμο αυτόν καί, για να μας κάνει χριστιανούς, σημαίνει πως γνωρίζει ότι μπορούμε να φθάσουμε μέχρι το τέλος, αρκεί εμείς να υποταχθούμε σ αυτόν. «Να ναι ευλογημένο», λοιπόν.