Δείτε τι έγινε όταν μία μοναχή Κοινώνησε χωρίς Ευλογία

547

Η Μοναχή που Κοινώνησε χωρίς Ευλογία.

​Στο βάθος ενός απόκρημνου φαραγγιού, σε μια Ιερά Μονή ζούσε η μοναχή Ευλαμπία. Ήταν μια γυναίκα που η καρδιά της φλεγόταν από μια αγάπη για το Θείο, τόσο ορμητική, που συχνά ξεπερνούσε τα όρια της ταπεινότητας.

​Εκείνη την περίοδο, η Γερόντισσα του μοναστηριού Μακρίνα, διακρίνοντας έναν εγωισμό να φυτρώνει ανάμεσα στις πολλές μετάνοιες της Ευλαμπίας, της είχε επιβάλει έναν κανόνα: να απέχει από τη Θεία Κοινωνία για σαράντα ημέρες. Ήταν ένα πνευματικό φάρμακο για να δαμάσει την περηφάνια της.

​Για την Ευλαμπία, όμως, κάθε μέρα χωρίς το «Ποτήριο της Ζωής» έμοιαζε με αιώνα στην έρημο. Αντί να δει την απαγόρευση ως ευκαιρία για αυτογνωσία, την είδε σαν μια αδικία που την κρατούσε μακριά από τον μοναδικό της έρωτα.

​Το ξημέρωμα της Κυριακής, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από το λιβάνι. Ο γέροντας ιερέας, κουρασμένος και με τρεμάμενα χέρια, βγήκε στην Ωραία Πύλη.

​«Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε…»

​Η Ευλαμπία ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στα μάγουλά της. Η λογική της θόλωσε.

Σκεφτόταν: «Πώς μπορεί η Γερόντισσα να μου στερεί τη ζωή; Ο Θεός ξέρει πόσο Τον θέλω». Με σκυμμένο το κεφάλι, κρυμμένη πίσω από τις πιο ηλικιωμένες μοναχές που δεν έβλεπαν καλά, πλησίασε.

​Χωρίς την ευλογία της πνευματικής της μητέρας, άνοιξε το στόμα και κοινώνησε.

​Τη στιγμή που το μάκτρο άγγιξε τα χείλη της, δεν ένιωσε τη γαλήνη που περίμενε. Αντί για φως, ένιωσε ένα βάρος στο στήθος, σαν να είχε καταπιεί μια πυρακτωμένη πέτρα. Επέστρεψε στο στασίδι της, αλλά οι ψαλμωδίες ακούγονταν τώρα σαν θρήνος.

​Τις επόμενες μέρες, η Ευλαμπία έχασε τον ύπνο της. Η τροφή δεν είχε γεύση. Η σιωπή του μοναστηριού, που άλλοτε την ηρεμούσε, τώρα φώναζε το όνομά της. Κατάλαβε πως η Θεία Κοινωνία δεν είναι μια “μαγική” πράξη, αλλά μια σχέση εμπιστοσύνης και υπακοής. Κοινωνώντας χωρίς ευλογία, είχε προσπαθήσει να “κλέψει” τη χάρη, αγνοώντας την ταπεινοφροσύνη που είναι η βάση της.

​Μια νύχτα, δεν άντεξε άλλο. Πήγε στο κελάκι της Γερόντισσας και έπεσε στα πόδια της, κλαίγοντας με αναφιλητά.

​«Μάνα, έσπασα τον κανόνα. Κοινώνησα κρυφά. Νόμιζα πως η αγάπη μου ήταν πάνω από την υπακοή μου, αλλά τώρα νιώθω πιο μακριά από τον Θεό από ποτέ.»

​Η Γερόντισσα Μακρίνα την κοίταξε με θλίψη, αλλά και με μια χαραμάδα ελπίδας. Την ασπάστηκε στο μέτωπο και της είπε σιγανά:
«Παιδί μου, το Ποτήριο είναι η Φωτιά. Αν πλησιάσεις με ταπείνωση, σε ζεσταίνει. Αν πλησιάσεις με εγωισμό, σε καίει. Τώρα που κάηκες, η μετάνοιά σου είναι η πραγματική σου κοινωνία.»

​Η Ευλαμπία πέρασε πολύ καιρό σε σιωπή, αλλά αυτή τη φορά η σιωπή της ήταν γεμάτη φως. Είχε μάθει πως ο δρόμος για τον ουρανό δεν περνάει από το να παίρνεις αυτό που θέλεις, αλλά από το να προσφέρεις αυτό που είσαι.