Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 9 Ιουνίου 2024

739

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής 9 Ιουνίου 2024

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Θ´ 1 – 38

1 Και παράγων είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής· 2 και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες· Ραββί, τίς ήμαρτεν, ούτος η οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; 3 απεκρίθη Ιησούς· Ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ. 4 εμέ δεί εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με έως ημέρα εστίν· έρχεται νύξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι.

5 όταν εν τώ κόσμω ώ, φως ειμι του κόσμου. 6 ταύτα ειπών έπτυσεν χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού 7 και είπεν αυτώ· Ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, ο ερμηνεύεται απεσταλμένος. απήλθεν ούν και ενίψατο, και ήλθε βλέπων. 8 Οι ούν γείτονες και οι θεωρούντες αυτόν το πρότερον ότι τυφλός ην, έλεγον· Ουχ ούτός εστιν ο καθήμενος και προσαιτών; 9 άλλοι έλεγον ότι ούτός εστιν· άλλοι δε ότι όμοιος αυτώ εστιν. εκείνος έλεγεν ότι εγώ ειμι. 10 έλεγον ούν αυτώ· Πως ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί;

11 απεκρίθη εκείνος και είπεν· Άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς πηλόν εποίησε και επέχρισέ μου τους οφθαλμούς και είπέ μοι· ύπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και νίψαι· απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα. 12 είπον ούν αυτώ· Που εστιν εκείνος; λέγει· Ουκ οίδα. 13 Άγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ην δε σάββατον ότε τον πηλόν εποίησεν ο Ιησούς και ανέωξεν αυτού τους οφθαλμούς. 15 πάλιν ούν ηρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι πως ανέβλεψεν. ο δε είπεν αυτοίς· Πηλόν επέθηκέ μου επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην, και βλέπω. 16 έλεγον ούν εκ των Φαρισαίων τινές· Ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά του Θεού, ότι το σάββατον ου τηρεί. άλλοι έλεγον· Πως δύναται άνθρωπος αμαρτωλός τοιαύτα σημεία ποιείν; και σχίσμα ην εν αυτοίς.

17 λέγουσι τώ τυφλώ πάλιν· Σύ τί λέγεις περί αυτού, ότι ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν. 18 ουκ επίστευον ούν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ην και ανέβλεψεν, έως ότου εφώνησαν τους γονείς αυτού του αναβλέψαντος 19 και ηρώτησαν αυτούς λέγοντες· Ούτός εστιν ο υιός υμών, όν υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; πως ούν άρτι βλέπει; 20 απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον· Οίδαμεν ότι ούτός εστιν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη· 21 πως δε νύν βλέπει ουκ οίδαμεν, η τίς ήνοιξεν αυτού τους οφθαλμούς ημείς ουκ οίδαμεν· αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. 22 ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους Ιουδαίους· ήδη γάρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται.

23 διά τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε. 24 Εφώνησαν ούν εκ δευτέρου τον άνθρωπον ός ην τυφλός, και είπον αυτώ· Δός δόξαν τώ Θεώ· ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν. 25 απεκρίθη ούν εκείνος και είπεν· Ει αμαρτωλός εστιν ουκ οίδα· εν οίδα, ότι τυφλός ών άρτι βλέπω. 26 είπον δε αυτώ πάλιν· Τί εποίησέ σοι; πως ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; 27 απεκρίθη αυτοίς· Είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε· τί πάλιν θέλετε ακούειν; μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; 28 ελοιδόρησαν αυτόν και είπον· Σύ εί μαθητής εκείνου· ημείς δε του Μωϋσέως εσμέν μαθηταί. 29 ημείς οίδαμεν ότι Μωϋσεί λελάληκεν ο Θεός· τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν. 30 απεκρίθη ο άνθρωπος και είπεν αυτοίς· Εν γάρ τούτω θαυμαστόν εστιν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς.

31 οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει, αλλ’ εάν τις θεοσεβής η και το θέλημα αυτού ποιή, τούτου ακούει. 32 εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ήνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου· 33 ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν. 34 απεκρίθησαν και είπον αυτώ· Εν αμαρτίαις σύ εγεννήθης όλος, και σύ διδάσκεις ημάς; και εξέβαλον αυτόν έξω. 35 Ήκουσεν Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ· Σύ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού; 36 απεκρίθη εκείνος και είπε· Και τίς εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; 37 είπε δε αυτώ ο Ιησούς· Και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνός εστιν. 38 ο δε έφη· Πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ.

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Θ´ 1 – 38

1 Και ενώ διέβαινεν ο Ιησούς από το μέσον της πόλεως, είδεν άνθρωπον, ο οποίος είχε γεννηθή τυφλός. 2 Και τον ηρώτησαν οι μαθηταί του και του είπαν· Διδάσκαλε, ποίος ημάρτησε, διά να γεννηθή ο άνθρωπος αυτός τυφλός; Ημάρτησεν αυτός, όταν ήτο άκόμη μέσα εις την κοιλίαν της μητέρας του, η ημάρτησαν οι γονείς του και διά τας αμαρτίας εκείνων τιμωρείται αυτός; 3 Απεκρίθη ο Ιησούς· ούτε αυτός ημάρτησεν, ούτε οι γονείς του. Αλλ’ εγεννήθη τυφλός, διά να φανερωθούν διά της υπερφυσικής θεραπείας των οφθαλμών του τα έργα, που η δύναμις και η αγαθότης του Θεού εργάζεται. 4 Εγώ πρέπει να εργάζωμαι τα προς σωτηρίαν του ανθρώπου έργα του Θεού, ο οποίος με έστειλεν εις τον κόσμον, εφ’ όσον ζώ εις την παρούσαν ζωήν. Έρχεται ο μέλλων βίος, οπότε, όπως και κατά την διάρκειαν της νυκτός καταπαύουν τα έργα των οι άνθρωποι, έτσι και τότε κανείς πλέον δεν θα δύναται να εργάζεται προς πλήρωσιν της αποστολής του. Δεν πρέπει λοιπόν ούτε στιγμήν να χάνω.

5 Εφ’ όσον είμαι εις τον κόσμον, με την διδασκαλίαν και τα θαύματά μου είμαι φως του κόσμου. 6 Όταν δε είπεν αυτά, έπτυσε χάμω και έκαμε πηλόν και έχρισε με αυτόν τα μάτια του τυφλού. 7 Και δοκιμάζων την πίστιν του τυφλού, είπεν εις αυτόν· Πήγαινε, νίψου εις την στέρναν του Σιλωάμ (όνομα εβραϊκόν που μεταφράζεται εις την ελληνικήν απεσταλμένος). Ύστερα λοιπόν από την παραγγελίαν αυτήν του Ιησού επήγεν ο τυφλός εκεί και ενίφθη, και ήλθεν εις το σπίτι του με μάτια υγιή. 8 Οι γείτονες λοιπόν και όσοι τον έβλεπαν προτήτερα, ότι ήτο τυφλός, έλεγαν· Δεν είναι αυτός, που εκάθητο και εζήτει από τους διαβάτας ελεημοσύνην; 9 Άλλοι έλεγαν, ότι αυτός είναι. Άλλοι όμως έλεγαν ότι δεν είναι αυτός, άλλα κάποιος άλλος, όμοιος προς αυτόν. Εκείνος έλεγεν, ότι εγώ είμαι ο τυφλός, που προτήτερα εζήτουν ελεημοσύνην.

10 Κατόπιν λοιπόν της βεβαιώσεως αυτής του τυφλού, του έλεγαν εκείνοι· Πως εθεραπεύθησαν τα μάτια σου; 11 Απεκρίθη εκείνος και είπεν· Ένας άνθρωπος, που ονομάζεται Ιησούς, έκαμε πηλόν, και μού άλειψε με αυτόν τα μάτια και μού είπε· Πήγαινε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και νίψου. Αφού δε επήγα εκεί και ενίφθην, απέκτησα το φως μου. 12 Κατόπιν λοιπόν της πληροφορίας ταύτης του θεραπευθέντος τυφλού, του είπαν οι Ιουδαίοι· Που είναι εκείνος; Απεκρίθη αυτός· δεν ηξεύρω. 13 Ωδήγησαν τότε προς τους Φαρισαίους αυτόν, που άλλοτε ήτο τυφλός και ήδη είχε θεραπευθή οριστικώς. 14 Όταν δε ο Ιησούς έκαμε τον πηλόν και ήνοιξε τα μάτια του τυφλού, ήτο ημέρα Σαββάτου.

15 Όταν λοιπόν τον ωδήγησαν προς τους Φαρισαίους, τον εξήταζαν και τον ηρώτων αυτοί πάλιν, πως εθεραπεύθη και απέκτησε το φως του. Εκείνος δε τους είπεν· Αυτός που με εθεράπευσε, μού έβαλε πηλόν επάνω εις τα μάτια μου και κατόπιν αυτού εγώ ενίφθην και βλέπω. 16 Έλεγον λοιπόν μερικοί από τους Φαρισαίους· Αυτός ο άνθρωπος δεν έχει σταλή από τον Θεόν, διότι δεν φυλάττει την αργίαν του Σαββάτου. Άλλοι έλεγον· Πως είναι δυνατόν άνθρωπος αμαρτωλός να κάμνη τέτοια αποδεικτικά και σημαδιακά θαύματα; Και διεφώνουν μεταξύ των.

17 Και επειδή η διαφωνία των παρετείνετο, ήρχισαν πάλιν να εξετάζουν τον τυφλόν και είπαν προς αυτόν· Σύ τί λέγεις διά τον άνθρωπον αυτόν; Αξίζει να ακουσθή και η ιδική σου γνώμη, διότι τα ιδικά σου μάτια εθεράπευσεν εκείνος και σύ περισσότερον από κάθε άλλον γνωρίζεις τα περιστατικά της θεραπείας σου. Αυτός δε τους είπεν· Εγώ λέγω, ότι είναι προφήτης. 18 Κατόπιν λοιπόν από τον χαρακτηρισμόν αυτόν, που έκαμεν ο θεραπευθείς τυφλός διά τον Ιησούν, και διά τον οποίον δυσηρεστήθησαν οι Ιουδαίοι, εκείνοι δεν επίστευσαν δι’ αυτόν, ότι ήτο τυφλός και απέκτησε πραγματικά το φως του, έως ότου απεφάσισαν και εφώναξαν τους γονείς αυτού, που ανέβλεψε. 19 Και τους ηρώτησαν και είπαν· Αυτός είναι ο υιός σας, διά τον οποίον σείς επιμένετε να βεβαιώνετε, ότι εγεννήθη τυφλός; Πως λοιπόν, αφού εγεννήθη τυφλός, βλέπει τώρα; 20 Απεκρίθησαν δε εις αυτούς οι γονείς του και είπαν· Γνωρίζομεν καλά, ότι αυτός είναι ο υιός μας και ότι εγεννήθη τυφλός.

21 Πως όμως βλέπει τώρα, δεν ηξεύρομεν· η ποίος του εθεράπευσε και του ήνοιξε τα μάτια, ημείς δεν ηξεύρομεν. Αυτός έχει ηλικίαν, και συνεπώς αντελήφθη, πως και από ποίον έγινεν η θεραπεία του· αυτόν λοιπόν ερωτήσατε, αυτός θα ομιλήση διά τον εαυτόν του, και θα σας είπη τί του συνέβη. 22 Ωμίλησαν δε ούτω πως οι γονείς του τυφλού, επειδή εφοβούντο τους προκρίτους Ιουδαίους· διότι είχαν πρό πολλού συμφωνήσει οι Ιουδαίοι να αποκηρυχθή και αποδιωχθή από την συναγωγήν, όποιος θα ωμολόγει αυτόν ότι είναι ο Χριστός. 23 Εξ αιτίας λοιπόν του φόβου των, μήπως αποδιωχθούν και αυτοί από την συναγωγήν, είπαν οι γονείς του, ότι έχει ώριμον ηλικίαν ο υιός μας, αυτόν ερωτήσατε.

24 Αφού λοιπόν από τους γονείς του τυφλού δεν ημπόρεσαν να πληροφορηθούν τίποτε προς διάψευσιν της θεραπείας του η προς κατάκρισιν του Ιησού, εφώναξαν οι Ιουδαίοι διά δευτέραν φοράν τον άνθρωπον, που ήτο τυφλός, και του είπαν· Δόξασε τον Θεόν, ομολογών ότι επλανήθης και αναγνωρίζων την αλήθειαν περί αυτού, ο οποίος σε εθεράπευσε· ημείς λόγω της θέσεως και του αξιώματός μας είμεθα εις θέσιν να ηξεύρωμεν καλά, ότι ο άνθρωπος αυτός, που καταλύει την αργίαν του Σαββάτου, είναι αμαρτωλός. 25 Απεκρίθη λοιπόν εκείνος και είπεν· Εάν ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός, δεν ηξεύρω, και δι’ αυτό αποφεύγω να εκφράσω γνώμην περί αυτού· ηξεύρω όμως καλά ένα γεγονός, ότι δηλαδή ενώ προτήτερα ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω.

26 Επειδή δε η νέα αυτή βεβαίωσις του θεραπευθέντος τυφλού δεν τους έκαμε καλήν εντύπωσιν, είπον πάλιν εις αυτόν· Τί σου έκαμε; Πως σε εθεράπευσε και πως σου άνοιξε τα μάτια; 27 Απεκρίθη εις αυτούς· Μόλις πρό ολίγου σας είπα και δεν ηθελήσατε να προσέξετε και να παραδεχθήτε ό,τι σας είπα. Διατί τώρα θέλετε να ακούσετε πάλιν τα ίδια; Μήπως και σείς θέλετε να γίνετε μαθηταί του; 28 Του ωμίλησαν τότε υβριστικώς και περιφρονητικώς και του είπαν· Σύ είσαι μαθητής εκείνου· ημείς όμως είμεθα του Μωϋσέως μαθηταί. 29 Ημείς που είμεθα σπουδασμένοι και ανεγνωρισμένοι άρχοντες του έθνους, ηξεύρομεν, ότι ο Θεός έχει ομιλήσει εις τον Μωϋσην και εις κανένα άλλον· αυτός μας είναι άγνωστος και δεν ηξεύρομεν από που είναι και από που εστάλη.

30 Απεκρίθη ο άνθρωπος και τους είπεν· Αλλ’ ακριβώς το γεγονός αυτό προκαλεί θαυμασμόν και έκπληξιν, ότι δηλαδή σείς δεν ξεύρετε τον άνθρωπον αυτόν, εάν έχη σταλή από τον Θεόν και από που είναι· και όμως άγνωστος αυτός εις σας μού ήνοιξε τα μάτια. 31 Είναι δε γνωστόν και το ηξεύρομεν όλοι, ότι ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς. Αλλ’ εάν κανείς σέβεται τον Θεόν και εκτελή το θέλημά του, τούτον ο Θεός ακούει. 32 Αφ’ ότου υπάρχει κόσμος, δεν ηκούσθη ποτέ, ότι εθεράπευσε κάποιος μάτια ανθρώπου, που να έχη γεννηθή τυφλός. Πρώτην φοράν συνετελέσθη ένα τέτοιο θαύμα, και αυτός, που το έκαμε, πρέπει να έχη αποστολήν θείαν.

33 Εάν ο άνθρωπος αυτός δεν ήτο απεσταλμένος από τον Θεόν, δεν θα ημπορούσε να κάμη τίποτε, ούτε παραμικρόν τι θαύμα. 34 Απεκρίθησαν εκείνοι και του είπαν· Σύ εγεννήθης βουτηγμένος ολόκληρος εις την αμαρτίαν, όπως αποδεικνύεται από την τύφλωσιν, που από την κοιλίαν της μητρός σου είχες. Και σύ ο άθλιος και αμαρτωλός διδάσκεις ημάς, που είμεθα οι περισσότερον σπουδασμένοι όλου του έθνους; Και τον έβγαλαν έξω από τον τόπον, που συνεδρίαζαν, με την διάθεσιν να τον αποκόψουν και από την συμμετοχήν της θρησκευτικής λατρείας.

35 Ήκουσεν εν τώ μεταξύ ο Ιησούς, ότι τον έβγαλαν έξω διά την παρρησίαν, με την οποίαν διεκήρυττε την αλήθειαν και αφού τον ηύρε, του είπε· Σύ, αντιθέτως προς τους απίστους Ιουδαίους, πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού; 36 Απεκρίθη εκείνος και είπε· Και ποίος είναι, Κύριε, διά να τον πιστεύσω; 37 Είπε δε τότε εις αυτόν ο Ιησούς· Και τον έχεις ίδει τώρα με τα μάτια σου και αυτός, που ομιλεί την στιγμήν αυτήν μαζί σου, εκείνος είναι ο Υιός του Θεού. 38 Αυτός δε είπε· Πιστεύω, Κύριε· και τον επροσκύνησεν ως Υιόν του Θεού και Κύριον.